Tuesday, October 18, 2011

Υπάρχει κάτι εκεί έξω

Μεγάλωσα σε μια χώρα που η θρησκεία είναι περισσότερο έθιμο και παράδοση, παρά πίστη. Μεγάλωσα σε μια χώρα όπου οτιδήποτε θρησκευτικό το διδάχθηκα σαν δεδομένο και παραμύθι. Για εμένα, μέχρι την εφηβεία, η θρησκεία και ο Θεός ήταν κάτι που ποτέ δεν αμφισβήτησα, αλλά και ποτέ δεν κατάλαβα. Κανείς δεν μου μίλησε για αυτά έξω από τις κλισέ νόρμες.
Στο σχολείο έκανα μάθημα Θρησκευτικών και μάθαινα για αρχιτεκτονικές ναών και τα ρούχα των ιερέων.
Η οικογένεια με βάφτισε και είδα τη μάνα μου να βαφτίζει άλλα παιδιά.
Μάθαινα για το μυστήριο του γάμου χωρίς να μου εξηγεί κανείς το μυστήριο και το Πάσχα για εμένα ήταν μια ονειρική κατάσταση. Δύο εβδομάδες διακοπές. Ταξίδι στο "χωριό" να δω τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Νηστεία αλλά ουζοκούλουρα. Η μαμά να μαγειρεύει αυγοκούλουρα και να τα λιγουρεύομαι.
Επιτάφιος. Η μαγεία, η αποκρυφιστική μαγεία των συμβόλων, των κονταριών και των ράσων. Η παρουσία των προσκόπων με τα μακριά εκείνα κοντάρια που σαν άλλοι μπράβοι άφηναν τον κόσμο να προσκυνήσει τον επιτάφιο. Να προσκυνήσει. Το έμαθα να το λέω αλλά δεν μου εξήγησε κανείς γιατί να προσκυνήσω. Βασιλεία του Θεού ενώ παράλληλα μαθαίναμε για τα κακά της μοναρχίας. Και όμως δεν έστιψα το μυαλό μου να λύσω αυτό το παράδοξο. Και προφανώς γι' αυτό δεν ασχολήθηκε κανείς να μου εξηγήσει τις διαφορές (αν υπάρχουν).
Και Ανάσταση. Μπαμ μπουμ ουάου. Πήγε 12 μπαμ μπουμ ουάου. Να φτάσουμε εκεί το πολύ μισή ώρα πριν μη βαρεθούμε. Να φύγουμε στα πέντε λεπτά αφού όλο σταυροφιληθούμε. Να μυρίσουμε καμένα μαλλιά. Να αγχωθούμε αν μας σβήσει το άγιο φως. Να κορνάρουμε ξεπαρκάροντας. Να τρέξουμε στο σπίτι και να φάμε επιτέλους. Αλλά όχι πλουσιοπάροχα ακόμα. Μαγειρίτσα και να τσουγκρίσουμε αυγά. Το μεγάλο γλέντι Κυριακή μεσημέρι. Αρνιά σούβλες και άλλα μπαμ μπουμ. Και να σου οι χοροί όλοι οι θείοι και θείες ξαδέρφια και ξαδέρφες. Γιατί; Θρησκεία. Στην Ελλάδα. Ναι.
Και κάπου εκεί, χωρίς να θυμάμαι πως, έπαψα να το δέχομαι όλο αυτό. Δεν θυμάμαι να έκανα κάποιες τρελές σκέψεις μέσα μου, αυτό το 'κάτσε να σκεφτείς αν πιστεύεις'. Απλά θυμάμαι ότι από μια μέρα κι έπειτα αποφάσισα να απέχω.
Ποτέ δεν με ενδιέφερε να τα βάλω με τα Θεία. Με την Εκκλησία όμως μεγαλώνοντας είχα και έχω μεγάλο πρόβλημα. Με την Εκκλησία σαν θεσμό, σαν πρόσωπα, σαν εικόνες. Κάθε Εκκλησία. Και ας λέει η Ιωάννα για τη μία και μοναδική και τους αιρετικούς και και και. Όπως και σε κάθε κλάδο υπάρχουν καλοί και κακοί επαγγελματίες, έτσι και στις Εκκλησίες υπάρχουν πραγματικά άξιοι ιερείς και λαμογια. Έξυπνοι και βλάκες. Αθώοι και ένοχοι. Εγώ όμως δεν μπορώ να κλείσω πλέον τα μάτια στα όσα κακά έχουν προσφέρει οι οργανωμένες θρησκείες. Ακόμα και αν δεχόμουν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως τη μία αληθινή και τα λοιπά και τα λοιπά, ε και αυτοί άμεμπτοι δεν είναι.
Και ναι, δεν μπορώ να δεχθώ πράγματα χωρίς απόδειξη. Και δεν είμαι αρκετά αλλαζόνας και εγωιστής για να ζητήσω από το Θεό αν υπάρχει να μου φανερωθεί. Απλά δεν μπορώ να δεχθώ όλες τις ιστορίες και τους κανόνες.
Όχι τις εντολές. Όχι τις νηστείες. Αλλά όλα μαζί. Όλα. Την έννοια της Εκκλησίας. Το κτίριο. Τα μυστήρια. Δεν δέχομαι ότι ένας Θεός όπως τον παρουσιάζει η κάθε Εκκλησία ζητάει τέτοια πράγματα. Για εμένα η σχέση με το "Θείο" ήταν πάντα προσωπική. Δεν γουστάρω να με αναγκάζεις να κάνω προσευχές, να ακούσω μυστήρια, να με λιβανίσεις και να με ταΐσεις, να εξομολογηθώ και να προσκυνήσω. Δεν γουστάρω να μου ορίζει μια Εκκλησία τα λόγια εκείνα που θα κάνουν το γάμο μου "ιερό" και το παιδί μου δεν θα είναι αμαρτωλό. Τα ακούω και διαολίζομαι -σικ-.

Μα ποτέ δεν απέρριψα την ύπαρξη ενός Θεού. Εξακολουθώ να μην μπορώ να δεχθώ με ευκολία ένα Θεό που τα δημιούργησε όλα με το πλάνο που διδάσκει η Εκκλησία, ένα Θεό με στρατό, με χερουβίμ, σεραφίμ, αγγέλους, παράδεισο, και όλες τις ιστορίες. Τα θεωρώ αστεία. Και αν πραγματικά όλα αυτά ισχύουν έτσι όπως τα ξέρουμε, λυπάμαι. Λυπάμαι αν είναι ιεροσυλία που λυπάμαι γιατί ένας Θεός, ένα ον ή ό,τι άλλο είναι με τέτοια δύναμη, θα ήταν άδικο να μας παίζει με τέτοιους κανόνες. Θέλω άλλο Θεό.

Θέλω το Θεό που έχω δει στα ταξίδια μου. Το Θεό που δεν μπορώ πια να κρύψω ότι υπάρχει. Το Θεό που κρύβεται πίσω από τους καταρράκτες του Νιαγάρα που με τρομακτική ορμή σκάνε μπροστά μου και βουίζουν τα αυτιά μου και με βρέχουν και εκατοντάδες γλάροι πετάνε πάνω απο το κεφάλι μου σε ένα ουράνιο τόξο μέσα.

Το Θεό που συνάντησα στο βυθό της θάλασσας του Γουακίκι να κολυμπάει με χελώνες και ψάρια που στρίβουν όλα μαζί σαν να είναι ένα, το Θεό που ένιωσα μέσα μου όταν έπεφτα με ελεύθερη πτώση και το Θεό που βλέπω σε κάθε σκίουρο, ένα πλάσμα τόσο δά, που μπορεί και στέκεται στα πίσω πόδια και απλώνει χέρια με δάχτυλα να πάρει φαΐ από τα χέρια μου και το τρώει αργά-αργά.

Θέλω το Θεό που βλέπω στα σύννεφα στον ουρανό όταν πετάω, το Θεό που είδα στα κύματα του καναλιού Beagle όταν το διασχίζαμε με 9 μποφόρ, το Θεό στην έρημο της Ατακάμα, το Θεό στο ηλιοβασίλεμα του Βανκούβερ, το Θεό που φώτιζε πέρυσι το Άγαλμα της Ελευθερίας όταν διέσχιζα τη γέφυρα του Μπρούκλιν και το Θεό που μου έδωσε δύναμη να αντέξω στην επιστροφή από τον Κολοράντο στο Γκραν Κάνιον.


Το Θεό που ορίζει το χρόνο και 3.000 χρόνια φαινονται ένα τίποτα μπροστά στα εκατομμύρια χρόνια, όταν το πέρυσι φαντάζει πιο μακριά από ποτέ. Το Θεό που κρύβεται στο σύστημα των νεύρων του ανθρωπίνου σώματος που όταν το κοιτάς νομίζεις ότι βλέπεις κάτι που θα σε στείλει στο τρελοκομείο προσπαθώντας να το εξηγήσεις.

Το Θεό που κρύβεται στις φωτιές του Beltane Festival και το Θεό που υπάρχει στις φωνές όλων των καλλιτεχνών που προσφέρουν αυτές τις ονειρικές παραστάσεις στην όπερα της Στουτγάρδης. Το Θεό των νησιών της Ελλάδας που το καλοκαιρινό απόγευμα σε αυτά μοιάζει να είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή στη ζωή σου.

Το Θεό στο Πήλιο, το Θεό στο τόξο και στο βέλος. Θέλω το Θεό που κάνει χιλιάδες παιδάκια να ουρλιάζουν από χαρά την ίδια στιγμή στη Eurodisney και θέλω το Θεό που δημιούργησε πλάσματα που μπορούν να κατασκευάζουν τεράστια κτήνη από μέταλλο τα οποία πετάνε στον αέρα.


Θέλω το Θεό που κρυβόταν καλά στα άγονα νησιά της Γης του Πυρός και το Θεό που μάζεψα μέσα στην άμμο από τις ακτές της Νορμανδίας. Το Θεό στο χιόνι. Το Θεό στο βράχο. Το Θεό στη δύναμη εκείνη που δημιούργησε το ηφαίστειο στην Πουκόν.

Υπάρχει ένας Θεός που δημιουργεί δυνάμεις τρομερές. Δυνάμεις ασύλληπτες. Ένας Θεός που μπορεί να υπολογίζει την αναρχία του σύμπαντος και να γνωρίζει ότι όλες αυτές οι δυνάμεις μπορούν να συνυπάρξουν μαζί. Υπάρχει ένας Θεός που δημιούργησε πολλούς μικρότερους θεούς. Οι οποίοι δημιουργούν και αυτοί ασύλληπτες δυνάμεις. Μόνο που ο ένας Θεός δεν έχει μορφή. Δεν έχει ατζέντα. Δεν έχει υπόσταση. Είναι απλή, ατόφια, ενέργεια. Είναι το απόλυτο. Δεν έχει θέλω και δεν θέλω. Είναι ενέργεια. Δεν έχει αγάπη και μίσος. Είναι ενέργεια.



Θέλω να νιώθω αυτήν την ενέργεια μέσα μου. Χωρίς φόβο. Χωρίς σκυμμένο κεφάλι. Χωρίς αλλαζονία αλλά και χωρίς υποταγή. Χωρίς μυστήριο. Χωρίς υπεροψία. Χωρίς στρατόπεδα. Χωρίς βιβλία. Θέλω να νιώθω αυτήν την ενέργεια μέσα μου.

Monday, October 17, 2011

Θυμάμαι...1998


Μόνος μου ταξιδεύω από το 1998. Δεκατρία χρόνια. Δεν είναι πολλά, μπροστά σε μια ζωή 31 ετών. Σίγουρα δεν είναι πολλά σε σύγκριση με ανθρώπους από άλλες χώρες που γνωρίζω. Από την άλλη, είναι σίγουρα περισσότερα σε σχέση με άλλους ανθρώπους που ξέρω, και αναλογικά, και ποσοτικά.
Σημασία όμως δεν έχει ούτε πόσα ταξίδια έχεις κάνει, ούτε πόσο καιρό ταξιδεύεις, ούτε παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο το που έχεις πάει.

Κάθομαι και κοιτάζω τις φωτογραφίες από τα ταξίδια μου. Τόσες δεκάδες σκέψεις έρχονται στο μυαλό. Τόσες εικόνες ξεχασμένες, ήχοι, μυρωδιές, αισθήματα, καταστάσεις που τις έχουν διαδεχθεί άλλες καταστάσεις που τις έχουν διαδεχθεί άλλες καταστάσεις κ.ο.κ.. Μου έρχονται σκέψεις από την τεχνολογική πρόοδο, κοιτώντας φωτογραφίες από φιλμ, μέχρι τις πρόσφατες φωτογραφίες από dslr φίλων και της εκπληκτικής, φανταστικής, ΜΗ dslr panasonic μου. Βλέπω σε φωτογραφίες ρούχα να παρελαύνουν, ρούχα που κάποτε δεν έβγαζα από πάνω μου και τώρα δεν θυμάμαι καν πότε τα πέταξα, πού τα έδωσα... Κινητά, τσάντες, μα κυριότερα, νοοτροπίες. Κοιτάω φωτογραφίες από ταξίδια και μπορώ να φέρω τον εαυτό μου στη νοοτροπία της εποχής. Να αφουγκραστώ τις τότε ανησυχίες μου, να νιώσω τη χαρά που έπαιρνα τότε και τί ήταν αυτό που μου την έδινε, μα και τις λύπες. Και να τα φιλτράρω όλα αυτά με τη γνώση του σήμερα, με την εμπειρία του σήμερα.

Στο τέλος, απλά νιώθω μικρός μπροστά στο αύριο. Δεν είναι τα δεκατρία χρόνια, είναι τα τρία χρόνια, τα δύο, πέρυσι. Σε ένα έτος αλλάζεις τόσο που είναι σίγουρα κάτι που θα σε κάνει να δεις το μέλλον με όρεξη, με αισιοδοξία, με ανυπομονησία. Να μην μένεις ίδιο. Να προσαρμόζεσαι στην εποχή. Να μπορείς να παίρνεις κάτι από κάθετι και καθέναν. Μα να μπορείς να μένεις και ο ίδιος. Ο ίδιος πυρήνας. Γιατί ό,τι άνθρωπος και να είσαι, να αλλάξεις τον πυρήνα σου δεν μπορείς. Μόνο να ντύνεσαι διαφορετικά. Κανείς αλκοολικός δεν έπαψε να είναι αλκοολικός. Μόνο να μην πίνει μπορεί να ελπίζει. Όσα ταξίδια κι αν κάνουμε, όπου κι αν πάμε, εγωιστές θα παραμείνουμε αν είμαστε, αλτρουιστές, φυγόπονοι, ρομαντικοί, μαχητικοί, φιλεύσπλαχνοι ή ηδονιστές. Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να μάθουμε να γέρνουμε τη ζυγαριά προς την πλευρά που οφείλουμε. Προς την πλευρά που μας χαρίζει το αύριο. Και σε εμάς και στους άλλους.

Το 1998 πήγα το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. Ήταν και το πρώτο ταξίδι μόνος μου. Όταν λέω μόνος μου, εννοώ χωρίς γονείς. Ήταν στην τρίτη Λυκείου, μαζί με συμμαθητές από το σχολείο, από την 1η και 2η Δέσμη (ήμουν στην 1η...πάντα κόντρα...) και έναν καθηγητή Φυσικής μας. Η ιδέα να μας πάει στην Ελβετία και στο Ερευνητικό κέντρο του CERN είχε πέσει στο τραπέζι ένα χρόνο πριν, και δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί ακριβώς είχα δείξει τέτοιο πάθος, αλλά το όλο εγχείρημα το πήρα πατριωτικά. Έτσι όταν ήρθε η ώρα, ανέλαβα εγώ να το οργανώσω μαζί με τον καθηγητή. Χρειαζόμασταν 15 άτομα σύνολο προκειμένου να λάβουμε μια τιμή πακέτου που χρειαζόμασταν. Θυμάμαι μέχρι τελευταία στιγμή να βολιδοσκοπώ συμμαθητές για να τους πείσω. Θυμάμαι να πηγαίνω στο σαλόνι αργά τη νύχτα (δηλαδή μετά τις 10) και να παίρνω τηλέφωνα να παρακαλάω σχεδόν.  Ευτυχώς, το μαγικό νούμερο καλύφθηκε και έτσι το ταξίδι θα γινόταν. Ελβετία. Γενεύη.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές λεπτομέρειες. Δεν θυμάμαι παρά μόνο την είσοδο του αεροδρομίου στο Ανατολικό. Τη μία και μοναδική φορά που το χρησιμοποιήσα. Δεν θυμάμαι την πτήση παρά μόνο εικόνες ελάχιστες, όπως να καπνίζουν συμμαθητές (ναι, κάπνιζαν ακόμη τότε), να με ενθουσιάζει απόλυτα η πρώτη απογείωση στην επιτάχυνση στο διάδρομο (άγνοια), να προσγειωνόμαστε στη Ζυρίχη για στάση και να εντυπωσιάζομαι από το κατάλευκο τοπίο. Αυτά. Θυμάμαι ότι είχα φάει σολωμό πηγαίνοντας και ότι το πρώτο βράδυ είχα τέτοια ζαλάδα που ήμουν σίγουρος ότι έφταιγε ο σολωμός. Αυτός και το τρισδιάστατο παιχνίδι με γυαλιά που είχα παίξει σε ένα μαγαζί που είχαμε βρει (πώς άραγε;) στη Γενεύη.

Θυμάμαι εικόνες, ελάχιστες κινούμενες, οι περισσότερες στατικές. Θυμάμαι και αισθήματα. Θυμάμαι πόσο μαγεμένος ήμουν από την καθαριότητα και τάξη της πόλης. Θυμάμαι ένα περιπολικό που σταμάτησε να περάσουμε το δρόμο ενώ είχαμε κόκκινο ως πεζοί. Θυμάμαι το πρώτο πρωινό που πήγαμε να πάρουμε το λεωφορείο για τα κεντρικά γραφεία του CERN που είδα Ελβετούς να πηγαίνουν για το λεωφορείο φορτωμένοι σκι και πόσο εντύπωση μου έκανε. Θυμάμαι να ψάχνω κατάστημα να πουλάει κόμικ και την άνεση επικοινωνίας που είχα νιώσει που μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά την εποχή εκείνη μου φαινόταν εξωπραγματικό. Να μπορείς να κυκλοφορείς έτσι απλά. Σε μια ξένη χώρα. Θυμάμαι όταν φτάσαμε που είχαμε στηθεί σε ένα  γκισέ που δεν θυμάμαι τι θέλαμε να πάρουμε και προβάραμε όλοι τα Γαλλικά μας (πηγαίναμε και στη Λεόντειο τρομάρα μας) και τελικά ο κύριος στο γκισέ ήταν Έλληνας. Εμείς στα Γαλλικά, αυτός Ελληνικά, και όπως ακριβώς στις ταινίες, ένα δευτερόλεπτο όπου αναρωτιέσαι 'τελικά τα καταλαβαίνω μια χαρά τα γαλλικά'.
Θυμάμαι το CERN, ότι δεν είχα και σαφή εικόνα τι είναι, μόνο ότι είναι τεράστιο και πολύ βαθιά χωμένο στη γη. Θυμάμαι να πηγαίνουμε στον έναν από τους 4 σταθμούς και ότι περάσαμε τα σύνορα με Γαλλία και βρεθήκαμε προς στιγμή σε ένα μικρό χωριό και είδα μια γυναίκα να είναι σε ποδήλατο με μια μεγάλη μπαγκέτα (baguette για όσους δεν ξέρους :p). Θυμάμαι να κατεβαίνουμε κάτω στο σταθμό αλλά όχι πολλά από κει και πέρα. Ούτε πόση ώρα κάτσαμε δεν θυμάμαι. Και όταν ανεβήκαμε, το μυαλό όλων ήταν αλλού και μαζί με τον Πάνο (δεν θυμάμαι αν ήταν κι άλλος) σηκωθήκαμε και φύγαμε. Και βρήκαμε ένα λεωφορείο και γυρίσαμε στο κέντρο. Και θυμάμαι πόσο φυσικό μου φαινόταν όλο αυτό, να κυκλοφορώ ακόμα και χωρίς τον "μεγάλο". Απλό. Στάση, εισιτήριο, λεωφορείο, συνεννοείσαι, τέλος. Απλά.

Όσο απλό και να βλέπεις σκύλο μέσα στο λεωφορείο. Ανήκουστο. Και θυμάμαι την επόμενη μέρα είχε μια πορεία. Αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Και το βράδυ το δεύτερο ο συμμαθητής μας ο Βασίλης μας πήγε έξω από την πόλη σε ένα εστιατόριο που ήξερε με τους γονείς του και φάγαμε ρακλέτ. Ή φοντί; Ή και τα δύο; Και ο Βασίλης όταν σπούδαζα στο Εδιμβούργο το 2002 πέθανε. Και το σκέφτομαι τώρα και δεν ξέρω πώς να αισθανθώ. Χαρά που είμαι ακόμα εδώ μπροστά στη ρουλέτα που είναι η ζωή; Λύπη που είμαι ακόμα εδώ; Χρέος. Μάλλον χρέος. Και θυμάμαι το βράδυ εκείνο που πέσαμε για ύπνο (ή μήπως ήταν το προηγούμενο;) και ξυπνήσαμε κάπου στις 2 ή 3 με τον Πάνο και είδαμε τον Άγγελο να ντύνεται και να μας λέει 'καλά μαλάκες καθίστε να καείτε, εγώ την κάνω' και τότε ακούσαμε το συναγερμό του ξενοδοχείου και είδαμε στο διάδρομο καπνό. Και ότι κατεβήκαμε στη ρεσεψιόν και είδαμε τους πυροσβέστες να ρχονται και άρχισαν τα αστεία με τον Ορέστη. Και δεν θυμάμαι τι έγινε μετά, τι έγινε με τη φωτιά, ούτε καν αν υπήρχε και φωτιά ή κάτι άλλο. Θυμάμαι....νομίζω αυτά. Και τις φωτογραφίες όταν κοιτάζω δεν θυμάμαι περισσότερα.

Εγώ και η Ferrari μου.




Θυμάμαι και κάτι άλλο. Θυμάμαι πώς ήταν η ζωή εκείνη τη χρονιά. Πανελλήνιες. Άγχος. Νεύρα. Και το ταξίδι που δεν βοήθησε αλλά τα έκανε χειρότερα και όταν γύρισα δεν άντεχα να επιστρέψω στους ρυθμούς της ζωής των εξετάσεων. Και θυμάμαι πόσο διαφορετικός ένιωθα από όλους. Ακόμα και από εκείνους με τους οποίους έκανα παρέα. Και ότι από τη μία αυτό με στεναχωρούσε, αλλά από την άλλη όχι. Ένιωθα να μην ανήκω ενώ ήθελα διακαώς να ανήκω κάπου. Πάλευα να μην ανήκω, να τους το δείχνω ότι δεν ανήκω και μετά να αναρωτιέμαι γιατί δεν ανήκω. Θυμάμαι την Η. Τον (ή έναν) έρωτα της χρονιάς εκείνης. Που ήρθε στη Γενεύη αλλά για τον Η. Η + Η. Ειρωνία ε; Και την ήθελα την Η. Ήταν μαγκάκι. Μα ένιωθα ότι λίγοι έβλεπαν τη θλίψη μέσα της. Ή εγώ έβλεπα ότι εξυπηρετούσε το ρομαντισμό. Αλλά δεν έκανα λάθος όταν καθόμασταν μαζί στα Νέα Ελληνικά καμιά φορά και χάζευα τα ορνιθοσκαλίσματά της και θεωρούσα ότι επειδή γράφει και αυτή με το αριστερό σημαίνει κάτι. Και χάζευα τα ξανθά μαλλιά της. Και όταν μου κράταγε το χέρι κάτω από το θρανίο και μύριζα μετά στο σπίτι την τσιγαρίλα στα δάχτυλά μου (γιατί αυτή κάπνιζε, εγώ όχι), ένιωθα ή ήμουν ερωτευμένος. Και ναι δεν ήμουν 14 ήμουν σχεδόν 18.

Μια εκκλησία και εγώ στο βάθος.
Ένα ταξίδι. Τρεις μέρες. Δεκατρία χρόνια πριν. Μία εποχή. Τέλος εποχής. Αγωνίες και μαθήματα. Και μυστικά. Από όλους και από τον εαυτό μου. Δεκατρία χρόνια μετά πολλά έχουν αλλάξει. Πολλά παραμένουν ίδια. Όπως η αδυναμία να μην ερωτεύομαι για τη μυρωδιά ενός τσιγάρου στα δάχτυλά μου.
Πρώτοι κύκνοι που είδα.
ΥΓ. Μόλις θυμήθηκα επίσης τον ελβετικό σουγιά που είχα αγοράσει (και κράτησα για 12 χρόνια μέχρι που πρώτη φορά ξεχάστηκα και τον άφησα στην τσάντα μου όταν επιβιβαζόμουν από Puerto Montt για Punta Arenas και μου τον κράτησαν). Ένας σουγιάς που εγκαινιάστηκε ετσιθελικά από τον Άγγελο για να κόψει....oh well....κάτι που αργότερα κάπνισε. Δεν του κράτησα κακία γιατί μου έδωσε να ακούσω πρώτη φορά το Draconian Times.

Friday, October 14, 2011

Sometimes...

something so bad happens that a terrible sadness is carried with it and the soul can't rest. 

Αυτό έλεγε η Sarah στην εναρκτήρια σκηνή της αγαπημένης μου ταινίας The Crow (1994). Έτσι και σήμερα, κάτι τόσο κακό μου συνέβη και η ψυχή μου κουβαλά μια τεράστια θλίψη και δεν μπορεί να ηρεμήσει.

Μερικές φορές συμβαίνουν και όλες οι αναποδιές που δεν είχες για ένα μεγάλο διάστημα, μαζεμένες. 
Σήμερα θα ήταν μια υπέροχη μέρα. Σήμερα θα ξεκινούσε ένα τριήμερο στο Μανχάταν. Σήμερα θα έβλεπα τον Trentemoller live. Σήμερα θα κοιμόμουν πρώτη φορά μετά από 3 επισκέψεις στο Μανχάταν. Θα έπινα τη μπύρα μου υπό το φως το φεγγαριού (σχεδόν, μέσω του τοίχου που θα μας χώριζε).

Αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια. 

Ξεπερνώντας μικροεμπόδια του στυλ, χάσαμε το τρένο που είχαμε προγραμματίσει και φτάσαμε με καθυστέρηση κάνοντας το πρόγραμμα που είχα στο μυαλό μου λίγο πιο 'αγχωτικό', φτάσαμε στο Grand Central Station. Οικείες εικόνες, και μετά την καθιερωμένη επίσκεψη στις δυτικές τουαλέτες του Dining Concourse, κατεύθυνση στην αποβάθρα του 42 Shuttle που θα μας πάει στην Times Sq. Όχι, δεν θέλουμε να βγούμε στην επιφάνεια της Γης ακόμα. Αλλάζουμε στη γραμμή 1 με κατεύθυνση uptown στη γραμμή local. Στόχος μας ο σταθμός 110st Cathedral Parkway. Στόχος μας το 971 Columbus Avenue Hostel. 3 νύχτες. 

Πρωτάρης στο internet booking; Not me! Πρωτάρης σε hostels; Φυσικά και όχι. Μα οι μαλακίες συμβαίνουν και στους καλύτερους και ως καλύτερος την πάτησα. Και ξέρεις κάτι αγαπητέ αναγνώστη. Κάπου βαθιά μέσα μου το πίστευα ότι θα την πατήσω σήμερα. Λες και το ήξερα. Και όμως δεν το έψαξα πιο πριν. 

Φτάνω στο 971 Columbus Avenue και δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει με hostel. Καμία ταμπέλα, κανένα κουδούνι, καμία επιγραφή, τίποτα. Σε όλα τα διπλανά νούμερα εστιατόρια μικρά και καφέ και ένα κομμωτήριο και στο 971 ένα στεγνοκαθαριστήριο που όμως έμοιαζε περισσότερο με sweatshop.

Εκείνη τη στιγμή αρχίζω να πιστεύω στην ήττα. Κοιτάζω την εκτύπωση του mail που είχα πάρει ως επιβεβαίωση της κράτησης και στο πεδίο 'τηλέφωνο' δεν υπήρχε κάτι. Εδώ έιναι που το ΛΟΛ μοιάζει πολύ λίγο για να εκφράσει τη φωνή μες στο κεφάλι σου. Και εδώ αρχίζουν οι απανωτές γκαντεμιές.
Το iphone που μπορεί να βοηθήσει για browsing δεν παίζει χωρίς wi-fi καθότι γερμανικό το νούμερο και ποιος είναι τόσο μαλάκας να πληρώνει κερατιάτικα σε roaming fees; (σίγουρα όχι ο μαλάκας που έκλεισε hostel που δεν υπάρχει). Το blackberry είναι τόσο καλό για web browsing όσο καλός ήταν ο Hyundai XT 8086 μου για να φορτώσει windows 7. Χουμ τα σύννεφα πύκνωσαν. Βρέχει. Το κέρατο μου!

Τηλέφωνο στο θείο, δεν το σηκώνει. Τηλέφωνο στη θεία, δεν το σηκώνει. Μα τι να σου κάνουν και αυτοί τόσα χιλιόμετρα μακριά. 

Βοήθεια από την εκ gtalk θεά. Τηλέφωνο του hostels247.com μέσω του οποίου κλείσαμε το hostel. Ω τι περίεργο, δεν το σηκώνουν. Νεύρα.
Μπαίνω στο εστιατόριο στο 973 όπου ένας, προφανώς λατίνο, καθαρίζει το τραπέζι. "Excuse me, do you know if there is a hostel at 971 columbus?" (σ.σ. μιλάμε για το ακριβώς διπλανό νουμερο, μιλάμε ότι του δείχνω σε χαρτί το 971). Απάντηση αφού με κοιτάει στα μάτια "No English".

Συγνώμη μπαμπά αλλά τον γαμάς ή δεν τον γαμάς? Κι αυτόν και το μπάτε σκύλοι αλέστε που επικρατεί σε όλη την υφήλιο. Τι no English ρε χόουμι; Που να σου έρθει νύχτα η homeland security να σε πάρει από το κρεβάτι και να σε στείλει να μαζεύεις αγγουράκια στο Μέχικο.

Τέσπα.

Πιάνουμε την Central Park Ave και μέσα στη βροχή κατηφορίζουμε προς Columbus Circle (30-40') μπας και βρούμε κανά ξενοδοχείο στο δρόμο να ρωτήσουμε για χαβαλέ τιμές και πληρότητα.

Ευτυχώς επικοινωνεί ο θείος και η θεία και τουλάχιστον είναι ενήμεροι της κατάστασης και είναι standby αν η βρεγμένη γάτα επιστρέψει με το τρενάκι να τη μαζέψουν.

Με τα πολλά φτάνουμε Columbus Circle και από εκεί πιάνουμε την 8th avenue και βγαίνουμε broadway. Δύο τετράγωνα πριν την Times Sq τρυπώνουμε σε ένα Starbucks να πιούμε ένα γλυκό (γιατί καφέδες δεν είναι) και να χρησιμοποιήσουμε το δωρεάν wifi. 

Java Chip Frappuccino VENTI (λέει ο αθεόφοβος, πιστεύοντας ότι το γλυκό θα του απαλύνει τις πληγές). Μα να σου κάτσει το χειρότερο έβερ Γιάβα (μου λείπει η Γερμανία) Τσιπ σήμερα; Ποιος θα το περίμενε; 

Γρήγορη ψαχτική σε booking.com, hostelbookers, hostelworld για την επαλήθευση ότι αν δεν θες να σκάσεις 400+ ευρώ, δωμάτιο δεν βρίσκεις για το τριήμερο και τότε σου ρχεται.

Στα @@ σου μεγάλε. Γιατί εκεί έξω, από το παράθυρο, βλέπεις αυτό

 Βλέπεις την Broadway, βλέπεις την αρχή της Time Sq στο βάθος, βλέπεις το θέατρο του CBS όπου ο David Letterman γράφει το Late Show. Βλέπεις τα κτίρια, την κίνηση και συνειδητοποιείς ότι έχεις φτάσει στο σημείο να θεωρείς δεδομένη την παρουσία σου στο Μανχάταν. Έχεις καταφέρει να κινείσαι με τα πόδια στο Μανχάταν λες και είσαι στο σπίτι που μεγάλωσες, με τέτοια άνεση που δεν κοιτάς γύρω σου αυτά που την πρώτη φορά θαύμαζες, φωτογράφιζες, έπαιρνες τηλέφωνο τον αδερφό σου να μοιραστείς. Έχεις φτάσει στο σημείο να ρίχνεις το ένα μπινελίκι μετά το άλλο στο τηλέφωνο στο Μανχάταν. Και ΕΚΕΙ είναι που αισθάνεσαι μαλάκας.
Πάντα θα σε πιάσει κάποιος κορόιδο. Πάντα θα υπάρχει η μέρα που ο καιρός θα σε πηδήξει. Πάντα θα υπάρχει αναποδιά και ατυχία και βλακεία και ασυνέπεια και δεν ήξερες, δεν ρώταγες. Αλλά δεν μπορείς να θεωρείς ότι το Μανχάταν θα σε περιμένει πάντα για να περνάς από την Amsterdam στην Broadway αδιαφορώντας. Το Μανχάταν δεν θα σε περιμένει για πάντα να περπατάς με σκυφτό κεφάλι, μουτρωμένος, τσαντισμένος και λέγοντας λόγια για αυτό που θα μετανιώσεις.


Το Μανχάταν (και κάθε Μανχάταν για όσους δεν κατάλαβαν την αλληγορία), δεν θα σε περιμένει να πατήσεις στη Γη. 


Κοίτα γύρω σου. Αν ο δρόμος είναι γκρεμισμένος, υπάρχει και ο δρόμος της επιστροφής. Και από εκεί μπορείς να χαράξεις νέα πορεία. Ο δρόμος υπάρχει στο μυαλό μας. Εμείς τον ορίζουμε. Και η μαγκιά δεν είναι να μπορείς να πηγαίνεις από το Α στο Β. Η μαγκιά είναι να μπορείς να βρίσκεις το δρόμο για το Γ, το Δ, το Ε, και κυρίως, να έχεις ένα τόσο όμορφο Α πίσω σου ώστε αν επιστρέφεις σε αυτό να μην αισθάνεσαι ηττημένος.


Αυτά.
Πάω στο Grand Central να πάρω ένα Juniors Cheesecake να νιώσω νικητής το τριήμερο που θα περάσω με το θείο και τη θεία. Το Μανχάταν είναι πανέμορφο ακόμα και όταν σε πληγώνει.



Fall = Φθινόπωρο


                Κάθομαι στην αποβάθρα του σταθμού New Hamburg και περιμένω το τρένο για Μανχάταν. Έχω μπροστά μου πενήντα λεπτά, που μαζί με τα ενενήντα της διαδρομής μου δίνουν συνολικά εκατό σαράντα λεπτά περισυλλογής. Είναι από αυτές τις μοναδικές στιγμές της ζωής που μπορείς να «κάτσεις να σκεφτείς». Έτσι δεν λέμε; Να κάτσεις να σκεφτείς, θα κάτσω να σκεφτώ, πρέπει να κάτσεις να σκεφτείς, δεν έκατσε να σκεφτεί. Και με προβλημάτιζε πάντα αυτή η έκφραση, αυτή η εντύπωση που έχουμε για μερικά πράγματα.
                Τί θα πει «κάτσε να σκεφτείς»; Σίγουρα δεν θεωρώ ότι το «κάτσε» πρέπει να ακολουθηθεί πιστά, σίγουρα καταλαβαίνω  -και η βροχή έχει πιάσει πάλι δειλά-δειλά-, σίγουρα καταλαβαίνω λέω, ότι το «κάτσε» λειτουργεί ως προτροπή, υποχρέωση, εκδήλωση της δράσης που έπεται. Της σκέψης. Και όλη η φράση ουσιαστικά σημαίνει ότι για κάτι, για ένα θέμα, εγώ, εσύ, ο άλλος, πρέπει, χρειάζεται ή είναι καλό να αφιερώσει λίγο χρόνο από τη ζωή του για να σκεφτεί. Με την έννοια του «Μαρία, ελευθέρωσε το πρόγραμμα μου για το απόγευμα, θα κάτσω να σκεφτώ ένα θέμα σημαντικό».
                Γιατί το όνομα της γραμματέας είναι Μαρία δεν ξέρω . Θα κάτσω να το σκεφτώ άλλη στιγμή. Αυτό που με ενδιαφέρει όμως τώρα είναι να εκφράσω την απορία μου με αυτή την πεποίθηση που έχει ο κόσμος ότι τα προβλήματα τα σημαντικά, αυτά που χρήζουν επίλυσης, ενίοτε άμεσης και δραστικής, θα τα λύσουμε μόνο αν αφιερώσουμε χρόνο αποκλειστικά για τη λύση τους. Ότι χρειάζεται να πάμε σπίτι μας, να κλειστούμε σε ένα γραφείο, να βρούμε ένα παγκάκι σε ένα πάρκο ή μια άδεια παραλία και χωρίς τίποτα να μας αποσπά την προσοχή, να καθαρίσουμε το μυαλό μας και να σκεφτούμε αυτό το ζήτημα.
                Πολλές φορές παλιότερα έφερα τον εαυτό μου σε αυτήν τη θέση. Του ζήτησα να κάτσει να σκεφτεί. Με την ελπίδα βαθιά χαραγμένη μέσα μου ότι αν γυρίσω σπίτι, κλείσω την πόρτα του δωματίου μου και αρχίσω να κοιτάω το ταβάνι, θα μπορέσω να λύσω ένα πρόβλημα, θα μπορέσω να ξεκαθαρίσω πράγματα στο κεφάλι μου και να βγω από το δωμάτιο θριαμβευτής. Να πάρω τηλέφωνο τους φίλους μου ή να πάω μια βόλτα στο δρόμο και να φωνάξω «εμένα που με βλέπετε, μόλις έκατσα και σκέφτηκα ένα πρόβλημα και βρήκα λύση. Επειδή έκατσα και το σκέφτηκα. Μόνος μου. Αφοσιωμένος στις σκέψεις μου. Για το πρόβλημα.».
                Φυσικά όσες φορές προσπάθησα να λειτουργήσω έτσι, όχι μόνο λύσεις δεν έβρισκα, αλλά η σκέψη μου δεν μπορούσε να εστιάσει στο πρόβλημα για περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα. Γιατί πολύ απλά ένα ζήτημα –και ένα τρένο τρέχει απέναντι, του του- ένα ζήτημα λοιπόν που μας απασχολεί και είναι και σημαντικό και –μόλις προσγειώθηκε ένα κακάσχημο πετούμενο στο λαπιτόπι- και μας στεναχωρεί συνήθως, δεν μπορείς να το λύσεις με θεωρίες. Τίποτα δεν λύνεται με σκέψεις. Ακόμα και τα προβλήματα στο σχολείο, στα διαγωνίσματα, οι σκέψεις που οδηγούσαν σε λύση απλά χρησιμοποιούσαν αποθηκευμένη γνώση ή οδηγούσαν σε πράξεις. Μόνο στην έκθεση καταλήγεις κάπου ύστερα από πρωτογενή (συνήθως) σκέψη, και αυτό πάλι δεν αφορά επίλυση προβλήματος, παρά κατάθεση απόψεων, επιχειρημάτων και ιδεών.
                Όταν λοιπόν κάτι μας απασχολεί και θέλουμε να δώσουμε λύση σε ένα πρόβλημα, θέλουμε γαμώτο να –κι άλλο πετούμενο προσγειώθηκε στο πόδι μου, τι στο διάολο, ούτε στη Χαβάη στη ζούγκλα δεν είχα τέτοια επαφή με τα έντομα- θέλουμε γαμώτο να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε στη ζωή μας με ένα θέμα, αν θα πάμε αριστερά ή δεξιά, δεν θα το ανακαλύψουμε με μια λανθάνουσα, στιγμιαία, ασκητική ζωή.  Θα το ανακαλύψουμε την ώρα που τρώμε στο εστιατόριο, όταν είμαστε στο λεωφορείο, όταν μιλάμε για ποδόσφαιρο ή ρούχα, όταν μαγειρεύουμε και όταν πλένουμε το αμάξι. Η αδράνεια, η πλήρης ανυπαρξία δράσης και η προσπάθεια να πέσουμε σε μια κατατονική κατάσταση δεν μας κάνει πιο σοφούς, δεν μας προσφέρει πνευματική διαύγεια, απλά μας υπερτονίζει πόσο βαρετή είναι η ζωή χωρίς ήχους, μυρωδιές, ομιλίες, εικόνες, κίνηση, ζωντάνια.
                Δεν υπάρχει «κάτσε να σκεφτείς». Υπάρχει «σκέψου». Και η σκέψη δεν θέλει ούτε χώρο, ούτε χρόνο για να αναπτυχθεί. Οι σκέψεις δημιουργούνται, αναπτύσσονται, γκρεμίζονται, αναδομούνται, ρετουσάρονται, πετσοκόβονται και –ένα φύλλο έπεσε στα πόδια μου- και καλλωπίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα. –Βρέχει φύλλα- Πόσοι άλλωστε δεν έχουμε ζήσει την περίπτωση όπου μιλάμε για ένα πρόβλημα σε ένα φίλο και όταν αυτός αρχίσει να λέει τη γνώμη του, εμείς πιάνουμε τον εαυτό μας να χάνεται σε ένα παράλληλο σύμπαν, ανάλυσης όσων ακούσαμε από τον ίδιο μας τον εαυτό, σε μια σύνθεση με αυτά που ακούμε από τον άλλο. Γιατί ποτέ δεν ακούμε τον άλλον αποκλειστικά εστιασμένοι στο στόμα του, περιμένοντας την κατάληξη «αυτό πιστεύω πρέπει να κάνεις» για να πούμε «ναι» ή «όχι». Η σκέψη είναι μια ενστικτώδης διεργασία, μια διαδικασία που πολλές φορές λειτουργεί τόσο ανεξέλεγκτα μέσα μας σαν ένα χέρι που έχει ένα άγριο τικ να ρίχνει σφαλιάρες στον κάτοχό του.            
                Δεν υπάρχει κάτσε να σκεφτείς. Μέχρι να κάτσεις έχεις ήδη σκεφτεί. Και αν αδυνατείς να βρεις τις απαντήσεις, αν αδυνατείς να πάρεις αποφάσεις, αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της μη προσήλωσης στη σκέψη , δεν οφείλεται στο ότι όλη την εβδομάδα δούλευες και δεν είχες χρόνο να σκεφτείς. Πόσο υποκριτικό είναι να ακούς κόσμο να λέει «δεν πρόλαβα να το σκεφτώ, είχα δουλειά όλη την εβδομάδα». Ρε μας ακούνε και μας βλέπουν. Όταν θες να αποφύγεις κάτι ή δεν σε ενδιαφέρει τότε δεν θα το σκεφτείς ούτε και στην 15η διάσταση να σε στείλουν παρέα με τα μόρια και το κενό του τίποτα του ποτέ.
                Fall = Πέφτω = Φθινόπωρο. Βλέποντας τόσα φύλλα να πέφτουν τώρα κατάλαβα γιατί το λένε Fall. Τώρα έκανα το συνειρμό. Δεν θυμάμαι ποτέ στη ζωή μου να έζησα το Φθινόπωρο όπως σήμερα, χθες και αύριο στην Αμερική. Δεν θέλω να αδικήσω την Αθήνα των δύο εποχών. –Κι άλλο τρένο-. Αλλά Φθινόπωρο δεν θυμάμαι να είχα ξαναζήσει με τόσα χρώματα. –Και ο φίλος μου το κοράκι, περπατώντας πολύ περήφανα στο άκρο της αποβάθρας, με πλησιάζει σαν να θέλει κάτι να μου πει.-
                Αυτά. Έχω ακόμα εικοσιπέντε λεπτά μέχρι να’ρθει τρένο. Αρκετό χρόνο να κάτσω να σκεφτώ πόσο γαμάτο είναι να μπορείς να βρίσκεις wifi ελεύθερο να κλέψεις σε ένα σταθμό τρένου στη μέση του πουθενά.  
 

Wednesday, October 12, 2011

Into the Wild is NOT On the Road

Είδα επιτέλους σήμερα το Into the Wild. Μια ταινία που τα τελευταία χρόνια (κυκλ. 2007) άκουγα αριστερά-δεξιά και τελευταία όλο και περισσότεροι γνωστοί μου έλεγαν 'δες το θα σου αρέσει', ιδιαίτερα μετά τα τελευταία μου ταξίδια.
Γνώριζα πρόχειρα την ιστορία, κάποιος νεαρός Αμερικάνος ταξιδεύει μόνος στην Αμερική.

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ. Για όσους δεν έχουν δει την ταινία και θα ήθελαν, γίνεται πλήρης αποκάλυψη του τέλους και της ιστορίας στη συνέχεια. ΚΛΕΙΝΕΙ Η ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Σε μια κρίση 'κατηγορώ' όπως συνηθίζει, η φίλη μου η Ιωάννα αποκάλυψε πριν δω την ταινία το τέλος με την εξής φράση 'έλα μωρέ με το βλάκα που πέθανε από ασιτία'. Χουμ......Νομίζω μετά το 'είναι νεκρός' για την 6η αίσθηση, όλα τα άλλα είναι απλά δευτεράντζες.

Τέλος πάντων...ξέραμε ότι το παλικάρι -σικ- θα πεθάνει στο τέλος. Δεν πειράζει, η ταινία υποτίθεται είναι φοβερή, ταξίδι, δρόμος, φύση, τέλεια.

Στα δεκαπέντε λεπτά ήδη είχα αρχίσει να μη συμπαθώ τον χαρακτήρα. Η ιστορία έχει ως εξής. Η πραγματική. Ο Κρίστοφερ ΜακΚάντλς την κάνει μετά την αποφοίτηση από το Κολέγιο. Σκίζει ταυτότητες και πιστωτικές κάρτες, χαρίζει τα λεφτά του και αφήνει το διαμέρισμα του. Σκοπός του να χαθεί εκεί έξω. Να μην το βρει κανείς, να αλλάξει το όνομα του (σε Άλεξ Σούπερτραμπ) και να βρει την αλήθεια του.

Θεωρώντας ότι η ταινία (σκηνοθεσία Σον Πεν) ακολουθεί πιστά το βιβλίο που γράφτηκε για τον ΜακΚάντλς (το οποίο και ακολουθεί πιστά τη ζωή του) δεχόμαστε τα εξής. Ο ΜακΚαντλς μεγάλωσε σε μια οικογένεια με προβλήματα (υπάρχει κι άλλη;). Ο μπαμπάς και η μαμά δεν αγαπιόντουσαν. Ο μπαμπάς νόμιζε ότι είναι ο θεός, χτύπαγε τη μαμά. Η μαμά δεν έλεγε όχι. Και ο Κρίστοφερ είχε μια μικρότερη αδερφή που αγαπούσε, και εκείνη τον αγαπούσε, και μαζί υπέμεναν το οικογενειακό αυτό δράμα.

Σίγουρα η οικογενειακή βία δεν είναι καθόλου μα καθόλου κάτι που εύκολα ξεπερνάς μεγαλώνοντας. Σίγουρα μια οικογένεια πέραν του δέοντως δυσλειτουργική δεν αποτελεί το καλύτερο εφαλτήριο για μια σοβαρή ζωή με σωστές και ώριμες αποφάσεις. Μα όμως εδώ η ταινία, το βιβλίο, ο ίδιος ο ΜακΚάντλς παρουσιάζονται ως 'η εικόνα του σωστού'.

Ο κόσμος είδε την ταινία και όσοι με προέτρεψαν να δω την ταινία το έκαναν για ένα λόγο. Ρομαντισμός. Μαζί σας. Γουστάρω το ρομαντισμό. Μα ποιο ρομαντισμό επικαλείστε όταν ένας νέος που υποτίθεται έχει όλα τα φόντα να πιάσει τη ζωή από τα αρχίδια, που μπορεί και αποστηθίζει Θορό και Λόντον και Τολστόι (τελικά αυτό μάλλον ελάττωμα πρέπει να 'ναι), ουσιαστικά ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ; Ποιος ρομαντισμός υπάρχει όταν η αδερφή του που ουδέποτε μας δίνεται η εντύπωση ότι δεν τον αγαπάει και αυτός δεν την αγαπάει, πεθαίνει από αγωνία μην ξέροντας που είναι και τι κάνει; Γιατί να θεωρήσω μεγαλοσύνη της ψυχής τη σκηνή όπου είναι έτοιμος να την πάρει τηλέφωνο και αντ αυτού δίνει το κέρμα στο γέρο στο διπλανό τηλέφωνο που από ό,τι καταλαβαίνουμε, προσπαθεί κι αυτός να λύσει κάποιο πρόβλημα. Είναι περίεργο που η βοήθεια προς έναν άγνωστο -αμφίβολης αξίας βοήθεια, αμφίβολο το πρόβλημα- θεωρείται πιο 'αααα τι καλό' από την αγάπη προς την οικογένεια.

Και ο Κρίστοφερ κυκλοφορεί στην Αμερική, χωρίς λεφτά στην αρχή (καίει και τα λίγα του δολάρια), χωρίς αμάξι, με βρώμικα ρούχα και ένα σακίδιο και αχτένιστος, αξύριστος...
Και όλο διαβάζουμε πράγματα που έγραφε και τον παρακολουθούμε σε συζητήσεις να εκφράζεται τόσο δυναμικά για το ότι ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη τίποτα, δεν έχει ανάγκη λεφτά, δεν έχει ανάγκη την αγάπη, τίποτα, παρά μόνο την αλήθεια. Ναι μεγάλε, ο Θορό ήξερε τι έλεγε. Το πως θα το καταλάβει ο καθένας είναι άλλο θέμα.

Η αλήθεια είναι και για μένα το Α και το Ω. Η αλήθεια φανερώνει την αξία της αγάπης. Η αλήθεια φανερώνει τη δύναμη του χρήματος. Η αλήθεια φανερώνει τα πάντα. Και όσο δύσκολη κι αν είναι η αλήθεια, όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάκτησή της, πρέπει να την κυνηγήσεις. ΜΑ. Υπάρχει ένα ΜΑ.  Δεν γίνεται να βρεις την αλήθεια χωρίς την εμπειρία της ζωής. Ο Κρίστοφερ είναι ένα 23χρονο παιδί, δεν έχει δουλέψει μέρα στη ζωή του, είχε μια οικογένεια που ναι ο μπαμπάς ήταν δυνάστης και η μαμά πρόβατο, αλλά δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα, και όπως λέει ο χαρακτήρας της Κριστίν Κίνερ όταν τον γνωρίζει "Συγνώμη αγόρι μου αλλά δεν φαίνεσαι να είσαι από οικογένεια που σου στέρησε την αγάπη" και φυσικά, μπορεί να μην είχε την αγάπη που είχες εσύ ή εγώ, αλλά σίγουρα είχε αγάπη. Γιατί χωρίς αγάπη θα ήταν τζάνκι, ή στη φυλακή ή μπάσταρδος στη Γουόλ Στριτ.

Και εντάξει, επιλογή του καθενός να αφήσει την οικογένεια πίσω του, και να θεωρεί το πρόβλημα του όπως θέλει, μεγάλο, μικρό, τεράστιο, ασήμαντο, αξεπέραστο. Whatever floats your boat που λέει και μια ψυχή.

Μα εδώ ο κόσμος που ερωτεύεται την ταινία και θεωρεί ότι βλέπει κάτι τόσο σπουδαίο (σαν τις ατάκες του Κοέλιο), ερωτεύεται με ξένα κόλυβα. Γιατί είναι μαγκιά να κρατάς ό,τι θες και σε συμφέρει. (ή μήπως βλακεία;)

Ο Κρίστοφερ ΜακΚαντλς στο ταξίδι του αυτό κάνει αρκετές δουλειές εδώ κι εκεί. Χα. Τελικά το χρήμα το χρειαζόμαστε. Και αν τελικά δεν τον κατηγορήσουμε που αναγκάστηκε να δουλέψει στη Ντακότα στις φάρμες και στα Burger King, δεν μπορούμε να μην χλευάσουμε τη σκηνή στην αρχή του ταξιδιού που καίει τα τελευταία δολάρια που είχε. Μια σκηνή που ο Πεν μας παρουσιάζει με όμορφα πλάνα για να την τονίσει. ΡΕεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε μας βλέπουνε. Πόσο ακυρώνει η μία κατάσταση την άλλη....

Και η επαφή που έχει καθόλη την πορεία του με άλλους ανθρώπους, ενώ προσπαθεί ο δημιουργός να μας πείσει ότι ο Κρίστοφερ προσφέρει, τελικά μόνο του προσφέρεται. Παίρνει από όλους αγάπη, προσοχή, ενδιαφέρον, υλικά αγαθά (που δεν τον χαλάνε όταν και μόνο όταν βοηθούν την αναζήτηση της αλήθειας του) και τους αφήνει όλους πίσω του στεναχωρημένους γιατί ναι, καλό παιδί είναι κατά βάθος, διαβασμένο και γενναιόδωρο, αλλά ανώριμο.

Στα 23 σου δεν μπορείς να μιλάς σαν τον Θορό και τον Λόντον. Μπορείς να τους αποστηθίζεις, να καταλαβαίνεις όσο καλύτερα μπορείς τι λένε, αλλά δεν κουβαλάς τις εμπειρίες τους και τα χρόνια τους. Και δεν μπορείς να παρουσιάζεσαι σαν μέγας προφήτης.

Ο Κρίστοφερ έχει ως τελικό προορισμό την Αλάσκα. Να πάει να ζήσει στην άγρια φύση με ό,τι λιγότερο πάνω του και να ζήσει σαν άνθρωπος της φύσης. Με το βιβλιαράκι για τα φυτά και τα φρούτα να ξέρει τι τρώει και με ένα μαχαίρι, μια κυνηγετική καραμπίνα κλπ κλπ. Όμορφα όλα αυτά.
Αλλά σόρυ ρε φίλε, εδώ βόλτα στο Γκραν Κάνιον πήγα κι έκανα και αν δεν είχα διαβάσει βιβλία και σελίδες στο ιντερνετ θα 'χα φάει τρελό πακέτο. Που το έφαγα και πάλι!

Τον βλέπουμε να βρίσκει το φορτηγάκι, να το κάνει σπίτι του, να τα περνάει φίνα. Και όλοι φαντάζομαι λένε 'ααα θέλω κι εγώ' και 'τι ωραία φύση'. Ναι. Μέχρι που πεθαίνει.
Στην ταινία πεθαίνει από ασιτία γιατί έφαγε λέει κάτι δηλητηριώδη σπόρια ή φυτά ή κάτι.
Στην πραγματικότητα απλά πέθανε από ασιτία γιατί δεν μπορούσε να φύγει -νόμιζε- και δεν είχε τι να φάει. Πέθανε 30 κιλά. Φακ Μι!

Στην ταινία ΚΑΙ στην πραγματικότητα, προσπάθησε να φύγει όταν είχε αρχίσει να τρελαίνεται* μα το ποτάμι που έπρεπε να διασχίσει, όταν έλιωσαν τα χιόνια είχε γίνει απροσπέλαστο και έτσι ένιωθε εγκλωβισμένος. Μα όπως διαβάζει κανείς εύκολα στο wikipedia, το ποτάμια αυτό διαθέτει σημείο σε μικρή απόσταση όπου μπορείς να περάσεις απέναντι με μια χειροκίνητη κατασκευή.
Επίσης δεν ασχολούμαστε με την ελλειπέστατη προετοιμασία του για ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν σου λέω να πάρει snickers και beef jerky να του κρατήσουν ένα χρόνο. Αλλά ενώ σκίζεται στο να τρέχει πάνω-κάτω ένα βουνό και να κάνει κάμψεις και κοιλιακούς, δεν παίρνει ούτε μια πυξίδα;

Συγνώμη αγαπητοί φίλοι που η ταινία σας άρεσε και που νομίζατε ότι θα μου αρέσει αλλά όπως έχω ξαναπεί, δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας, το έχω σκεφτεί και εκεί έχω καταλήξει. Και ο Κρίστοφερ ΜακΚάντλς ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ. Μπορεί να μην το έκανε ηθελημένα, αλλά μέσα στην ανωριμότητα του αυτό κατάφερε.

Αυτοκτόνησε γιατί το πολύ διάβασμα χωρίς την εμπειρία δεν σε κάνει σοφό, σε κάνει αποπροσανατολισμένο.
Αυτοκτόνησε γιατί πίστεψε ότι είναι καλύτερος από όλους.
Αυτοκτόνησε γιατί κατά βάθος ήθελε η μαμά και ο μπαμπάς να τον είχαν αγκαλιάσει περισσότερο όταν ήταν παιδί.
Αυτοκτόνησε γιατί το γεγονός ότι μπορούσε να εντυπωσιάσει ανθρώπους τριπλάσιας ηλικίας από αυτόν τον έκανε να αισθάνεται ολοκληρωμένος και γεμάτος.
Αυτοκτόνησε γιατί μπέρδεψε το ταξίδι στο δρόμο με το ταξίδι στη ζωή.

Η τελευταία σκηνή της ταινίας που ο Σον Πεν επιλέγει να μας τον δείξει να τυλίγεται στον υπνόσακο ετοιμοθάνατος και να ξεψυχά βλέποντας από το παράθυρο στο φορτηγάκι τα σύννεφα και τον ήλιο και παράλληλα έχει παραισθήσεις και βλέπει να τρέχει στην αγκαλιά των γονιών του και να βλέπει το ίδιο θέαμα, μας το προφέρει με λόγια του ΜακΚαντλς που λέει 'αν χαμογέλαγα στην αγκαλιά σας τώρα, θα βλέπατε αυτό που βλέπω τώρα' και πεθαίνει.

Το βιβλίο, η ταινία, ο περισσότερος κόσμος, θέλει στον ΜακΚαντλς να δει έναν άνθρωπο που έφτυσε τον υλικό κόσμο του 20/21(πλέον) αιώνα και ανακάλυψε τη φύση, τη ζωή χωρίς όρια, χωρίς βαρίδια, χωρίς τίποτα να σε κρατά πίσω, και έφτασε σε μια ολοκλήρωση πνευματική, θρησκευτική ή μη. Είναι ωραία σκέψη. Αλλά δεν είναι κανόνας. Όλοι περνάμε δύσκολες στιγμές στη ζωή μας και ΟΛΟΙ ΟΛΟΙ ΟΛΟΙ κατά βάθος θα θέλαμε λιγότερα. Θα θέλαμε να τα καίγαμε όλα, να ζούσαμε πιο ελεύθεροι. Μα δεν το κάνουμε οι περισσότεροι όχι γιατί είμαστε θύματα και δέσμιοι του σύγχρονου τρόπου ζωής, αλλά γιατί η εξέλιξη εκεί μας έφερε. Γιατί η εξέλιξη μας έφερε εδώ που πρέπει ώστε να μην πεθαίνουμε της πείνας μετά από 100 μέρες και αφού μας έχει τελειώσει το ρύζι που αγοράσαμε!!!

Δεν είναι τυχαίο ότι η ανθρωπότητα εξελίχθηκε ώστε να μην την τρώνε τα κοράκια και οι λύκοι. Δεν είναι τυχαίο ότι εξελιχθήκαμε για να παίρνουμε φάρμακα, να μην ψάχνουμε σε βιβλία για το αν πρέπει να φάμε ένα σκατομπιζέλι. Και αν έχουμε καπιταλισμό και αν κάποιοι σκοτώνουν για τις μεγάλες επιχειρήσεις και εταιρείες και η Γουόλ Στριτ κυβερνά, δεν είναι πρόβλημα που λύνεται με το να ζήσουμε στην Αλάσκα. Είναι θέμα ανθρώπινης φύσης. Γιατί και στην Αλάσκα να πηγαίναμε όλοι, κάποιος θα σκότωνε καλύτερα τα ζώα και η ζήτηση φαγητού θα τον έκανε άπληστο και κάποιοι θα βρίσκανε πρόσβαση σε υλικά να φτιάξουν καλύτερα όπλα και θα τα πουλούσαν με κέρδος στο μυαλό τους και πάλι αιώνες μετά θα βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο.

Υπάρχουν δύο σημεία που θέλω να κρατήσω προς ανάλυση και σκέψη.
Το ταξίδι στον πλανήτη και το ταξίδι στη ζωή.

Το ταξίδι στον πλανήτη είναι κάτι μεγαλειώδες. Η Γη είναι τεράστια αλλά και μικροσκοπική. Οι αποστάσεις τόσο μεγάλες που δεν το συλλαμβάνει ο νους, μα και τόσο μικρές. Και οι διαφορές που συναντάς μέσα σε 100 χιλιόμετρα απόστασης τόσο μεγάλες που αναρωτιέσαι 'πώς στο διάολο γίνεται;'. Δεν έχει σημασία αν δεις όλες τις ηπείρους ή μόνο τη χώρα σου. Σημασία έχει να βλέπεις! Να αντιλαμβάνεσαι την κίνηση γύρω σου στη φύση, στις άλλες κουλτούρες, στους ήχους που τα συνοδεύουν όλα αυτά. Θα μπορούσα να μιλάω για όλα τα ηλιοβασιλέματα που έχω δει σε όλα τα διαφορετικά μέρη της Γης και καμία σημασία δεν θα έχει για εκείνον που έχει δει μόνο ένα αλλά το είδε με ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής του. Γιατί ακόμα και εγώ που περνάω τη ζωή μου στο δρόμο, ακόμα δεν έχω αποφασίσει αν το κάνω αποκλειστικά για να γνωρίσω/να μάθω/να αγαπήσω, ή το κάνω απλά για να ξεφύγω. Το ταξίδι στον πλανήτη είναι κάτι που δεν χαρίζεται. Είναι μια προσωπική κατάκτηση και κάτι που αλλάζει με την ηλικία μας, τις γνώσεις μας, τον καιρό, την εποχή. Όσο πιο πολύ διαρκέσει τόσο το καλύτερο. Όσο πιο μακριά πας ακόμα καλύτερα.

Το ταξίδι της ζωής μας χαρίζεται. Μας το χαρίζουν οι γονείς μας. Το ταξίδι της ζωής έχει αρχή και έχει τέλος. Η διάρκεια δεν παίζει ρόλο όμως. Γιατί στο ταξίδι της ζωής, μια μέρα αρκεί για να κάνει τη διαφορά. Όλοι θα θέλαμε πολλά. Σημασία έχει τι κάνουμε έστω για να έχουμε ένα. Πόσο αστείο φαντάζει να συγκινείσαι με την ιστορία ενός ανθρώπου που μέσα στην ανωριμότητα του, στην τρομακτική ανάγκη του να βρει την αγάπη που δεν του έδωσαν οι γονείς του όπως αυτός θα ήθελε (και ίσως άξιζε), που θέλοντας να ΜΑΘΕΙ για τη ζωή, να μην εγκλωβιστεί σε κοινωνικές νόρμες και να ζήσει για λίγο έστω ελεύθερος, περνάει τόσο καιρό σε μια διαρκή αυτοαναίρεση με αποκορύφωμα την ακούσια αυτοκτονία που ενώ θέλουν να μας πείσουν ότι ήρθε όντας σε επαφή με το Θεό και σε πλήρη εσωτερική γαλήνη, δεν μας κρύβουν ότι ήλθε με περίσσειο πόνο, φόβο και προσπάθεια ανατροπής. Και ναι, στο ταξίδι της ζωής ελάχιστοι θα αγκαλιάσουν το τέλος με κατανόηση και αποδοχή και οι περισσότεροι θα θέλαμε λίγο περισσότερο χρόνο. Μα το ταξίδι της ζωής χαρίζεται και ήδη αυτό μας φέρνει μπροστά σε μια τεράστια ευθύνη. Να μην το χαραμίσουμε.
Ένας άνθρωπος με τόσες ανησυχίες και τόση εσωτερική δύναμη να κάνει μέσα στη χαζομάρα του τόσα δύσκολα πράγματα, θα μπορούσε να είχε προσφέρει πολλά περισσότερα. Και αν δεν αρέσει να σκεφτόμαστε ότι στη ζωή είμαστε για να προσφέρουμε και στους άλλους. Τότε ας σκεφτούμε ότι αυτό το γαμημένο ηλιοβασίλεμα που ζήσαμε με προσωπικό κόπο, απλά και μόνο γιατί εμείς το κυνηγήσαμε, που το ζήσαμε σαν μια απολύτως προσωπική κατάκτηση, που το ζήσαμε γιατί θέλαμε να αποδείξουμε πάνω απ΄ όλα στον εαυτό μας και μόνο οτι ΜΠΟΡΟΥΜΕ, τότε αυτό το ηλιοβασίλεμα θα το ακολουθήσει την επόμενη μέρα κι άλλο. Κάπου άλλου. Στο ίδιο σημείο. Δεν παίζει ρόλο. Και όποιος πει ότι δεν θα 'θελε να ζήσει και άλλο ένα ηλιοβασίλεμα, τότε απλά δεν έχει θέση στο πάνθεον των εμπνευστών. Γιατί απλά είναι ένας άνθρωπος που δεν εκτιμά τη ζωή. Τη ζωή δεν την εκτιμάς όταν αποφασίζεις ότι είδες αρκετά από αυτήν και είσαι γεμάτος. Τη ζωή την εκτιμάς όταν αναγνωρίζεις την αξία του να είσαι ζωντανός.

Τέλος (πραγματικό αυτήν τη φορά), μια αναφορά στον τίτλο του post. Το into the wild δεν είναι το on the road. Το βιβλίο του Τζακ Κέρουακ μεγάλωσε μια γενιά (και όχι μόνο) στην Αμερική (και όχι μόνο) γιατί πέρα από την αξία του ταξιδιού, μας έδειξε την αξία των ανθρωπίνων σχέσεων. Και πόσα μπορούμε να διδαχθούμε από αυτές, τόσο με την καλή, όσο και με την ανάποδη. Στο on the road ο Τζακ ταξίδευε την περισσότερη ώρα μόνος του, και κατά βάθος αναζητούσε και αυτός τη δική του αλήθεια, αλλά πέρα από τις ομορφιές της αχανούς ηπείρου στην οποία ταξίδευε, γνώρισε και την αξία που έχει μια απλή, καθημερινή, γνωριμία.Ο Τζακ που ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος του ΜακΚάντλς όταν ξεκίνησε το δικό του πρώτο ταξίδι, δεν κώλωσε ούτε στιγμή μπροστά στις ασχήμιες της Αμερικής που γνώρισε. Δεν κώλωσε ούτε στιγμή μπροστά στις μαλακίες που του έτυχαν και αντί να χαθεί εκεί έξω, έμαθε, άκουσε, μύρισε και γεύθηκε τη ζωή και προσέφερε.

Αυτά.

ΥΓ. Η ταινία σαν ταινία δεν είναι καθόλου κακή. Είναι πολύ ευχάριστη.
ΥΓ2. Μάθαμε ότι και η Κρίστιν Στιούαρτ ήταν όμορφη πριν την πάρουν στο Twilight και τη μεταμορφώσουν σε κινούμενο τζάνκι.
ΥΓ3. Το ότι η Αμερική είναι πανέμορφη το ξέραμε. Δεν χρειάζεται να ζεις μες στη μπίχλα και να τρως ρίζες και σκιουράκια για να το ανακαλύψεις.


Γιαούρτι

Το αυτοκίνητο με άφησε έξω από την πόρτα του Grand Central στη Lexington και αφού φόρτωσα τα σχεδόν 30 κιλά (τα μισά βιβλία, τα άλλα μισά σφηνοπότηρα για ένα χαζομπαμπά), ρούφηξα το βραδινό αεράκι του Μανχάταν.

Θεέ μου, τρίτη φορά στη Νέα Υόρκη και πρώτη που φτάνω βράδυ. Τι πόλη....πήζεις στην κίνηση και αντί να δυσανασχετείς κοιτάς τα φωτάκια από τα αυτοκίνητα και τα μαγαζιά και χαμογελας σαν...τουρίστας. Γιατί είμαι σίγουρος ότι όπως συμβαίνει σε κάθε πόλη στον κόσμο, ο μόνιμος κάτοικος μετα από ένα εύλογο διάστημα, παύει να θαυμάζει και αρχίζει να βλαστημάει.

Λίγα δευτερόλεπτα μπόρεσα να σταθώ εκεί στο πεζοδρόμιο και να χαμογελάσω σα βλάκας κοιτώντας γύρω μου την πόλη. Το ρολόι έδειχνει 19:44 και έπρεπε να τρέξω να προλάβω το τρένο για την εξοχή που μένει ο θείος.

Όρμηξα μέσα στο σταθμό και κατευθύνθηκα -με την εμπειρία του παλιού :p- προς τα μηχανήματα με τα εισιτήρια, αφού πρώτα βεβαιώθηκα ότι είχα 9 λεπτά χρόνο. Γρήγορη συναλλαγή με το μηχάνημα του MTA North και αγώνας δρόμου για την αποβάθρα νο36. Και το στομάχι να γουργουρίζει καθώς τις τελευταίες 12 ώρες είχα φάει μόνο ένα σάντουιτς με τορτίγια σπανακιού στην πρώτη πτήση.

Ενενήντα ολόκληρα λεπτά η διαδρομή GCT - New Hamburg και προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι θα αντέξω. Μα τι χαρά, η αποβάθρα μου ήταν δίπλα σε Starbucks! Αυτά τα Starbucks, σημείο αναφοράς στο ταξίδι μου αυτό. Βλέπω Starbucks - Νιώθω ασφάλεια. Δεν είναι ο καφές τους που μ' αρέσει τόσο, είναι το αίσθημα σημείου αναφοράς που μου παρέχουν. Αυτό και το δωρεάν WiFi.
(όπου by the way, στο Βανκούβερ ειδικά γινόταν τέτοιος χαμός από Starbucks που όλη η πόλη έμοιαζε με ένα τεράστιο free wireless hotspot).

Άρπαξα ένα γιαούρτι με φράουλα, βατόμουρο και granola και ένα νερό, πλήρωσα τον χαρούμενο πωλητή και έτρεξα για το τρένο.

Αφού ξεφόρτωσα και έκατσα στη θέση μου δίπλα στο παράθυρο (κοιτώντας προς την κατεύθυνση της διαδρομής πάντα για να μη ζαλιστούμε στο δρόμο), άρχισα να τρώ(γ)ω το γιαούρτι μου. And then it hit me...εικόνες από το ταξίδι, σαν ζωντανό όνειρο. Αυτό το διαρκές τρέξιμο, η μετακίνηση, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα, τα πρωινά ξυπνήματα και οι πεινασμένες νύχτες που ψάχνεις για ένα subway, για ένα κομμάτι πίτσα...το πρωινό εκείνο στο Βανκούβερ που πήγαινα να πάρω το υδροπλάνο για Βικτώρια και σταμάτησα για πρωινό στο Starbucks στη West Pender και έφαγα αυτό το γιαούρτι πρώτη φορά. Μου ήρθαν μεμιας όλες οι εικόνες από όλα τα μέρη, που το Starbucks και ένα γιαούρτι συγκρατεί σαν κόλλα μεταξύ τους.

Θέλω να γυρίσω στο δωματιάκι μου στη Στουτγάρδη και να φτιάξω τον ελληνικό μου και να κάτσω μπροστά στη 23αρα μου οθόνη που τόσο μου χει λείψει και θα μου φαντάζει σαν την οθόνη του Ιντεάλ όταν ήμουν 13 χρονών και είχα δει το Κοράκι, και να δω μία προς μία όλες τις φωτογραφίες...και να μελαγχολήσω και να μου σηκωθεί η τρίχα και να κλάψω και να πάρω τηλέφωνο όποιον βρω να ζαλίσω σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο πιο σημαντικό εκείνη τη στιγμή από το πως νιώθω...

Μερικές φορές ένα γιαούρτι κάνει κακό. Όχι μόνο σε εσένα, αλλά και στους γύρω σου. Παθητικοί γιαουρτοφάγοι του κόσμου ενωθείτε.


Tuesday, October 11, 2011

Σύννεφα

Σύμφωνα με τη λίστα (τη μία από τις πολλές), σήμερα πραγματοποιώ την 75η πτήση μου και μόλις ολοκλήρωσα το 98ο σκέλος. Πολύ γρήγορα, μια πτήση μπορεί να έχει πολλά σκέλη, όπου σκέλος = ενδιάμεσα κομμάτια όπου υπάρχει προσγείωση/αλλαγή σκάφους μέχρι τον τελικό προορισμό.

75 πτήσεις. 98 σκέλη. 98 απογειώσεις, 98 προσγειώσεις. Και πιστέψτε με, δεν ήταν όλες όμορφες και ήρεμες. Αρκετοί γνωρίζουν.

Δύο ήταν οι πτήσεις που έχουν μπει στο hall of shame. Αθήνα - Ρόδος με Aegean το 2004, επιστροφή από άδεια απολύσεως. Απίστευτος αέρας. Απίστευτα ανεύθυνη εταιρεία. Πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι μπορείς να πεθάνεις στο αεροπλάνο, όχι όταν το φτερό έξυσε τον αεροδιάδρομο του Διαγόρα προτού ο πιλότος -μάγκικα- το σηκώσει και μας επιστρέψει πίσω στην Αθήνα, αλλά καθόλη τη διάρκεια της καθόδου όπου το κούνημα ήταν κάτι μοναδικό. Το κλάμα γύρω μου από μανάδες και παιδιά και οι φωνές του κόσμου που πλέον δεν θυμάμαι τι έλεγαν, με είχαν πείσει για το αναπόφευκτο τέλος και όντας μόνος στην πτήση, το μόνο που έκανα ήταν να περιμένω στωικά αυτό το τέλος. Δεν θυμάμαι να χτυπάει η καρδιά μου δυνατά. Σίγουρα δεν έκλαιγα. Δεν άλλαξα κουβέντα με το διπλανό. Θυμάμαι μόνο να σκέφτομαι τη μάνα μου και να αναρωτιέμαι 'πώς θα της το πούνε τώρα'. Επίσης σκέφτηκα φευγαλέα και την κηδεία μου, αλλά σε πιο κινηματογραφικό στυλ, όπως θες να φαντάζεσαι την κηδεία σου, ποιος ήρθε, ποιος δεν ήρθε κλπ.

Πατώντας το πόδι μου στο Βενιζέλο, ορκίστηκα να μην ξαναπετάξω. 48 ώρες αργότερα ήμουν στο αεροπλάνο πάλι.

Δεύτερη πτήση αξιομνημόνευτη η επιστροφή στη Φρανκφούρτη από Ρίο ντε Τζανέιρο. Βραδινή πτήση.
Ήξερα ότι πάντα είναι πολύ shaky ο καιρός πάνω από τη Βραζιλία, υπήρχε και το πρόσφατο της Air France, αλλά αυτό ήταν το κάτι άλλο. Δύο λεπτά μετά την απογείωση και ενώ είμαστε στη διαδικασία ανόδου, καθόμασταν και στην ουρά (παίδες, ξεχάστε τη νοοτροπία της γαλαρίας του σχολείου, στο αεροπλάνο όσο πιο κοντά στην αγκαλιά του πιλότου κάθεσαι, τόσο πιο σταθερός θα ναι ο καφές μπροστά σου), και άρχισε ένα ταρακούνημα που μόνο με τη σκηνή από το Lost όταν και πέσανε μπορώ να το συγκρίνω. Αν δεν είχα να ασχολούμαι με το να προσφέρω παρηγοριά και 'δεν τρέχει τίποτα' στο πλάσμα δίπλα μου, μπορεί και να το χα λερώσει το εσώρουχο. Ευτυχώς το όλο σκηνικό το έζησα ως 'προστατευτής' και έτσι δεν με επηρέασε τόσο. Αλλά όποτε το σκέφτομαι, man oh man που λένε και οι φίλοι μου οι Αμερικάνοι. Δεν περίμενες ότι θα σηκωθείς με τίποτα. Και αυτό της βραδινής πτήσης ρε φίλε....χαζό μεν, αλλά είναι αξιοθαύμαστη η ψευδαίσθηση που προκαλεί το φως της ημέρας ως προς την ασφάλεια. Λες και ο καθαρός ουρανός δεν κρύβει παγίδες.

Για να πιάσω όμως και τον τίτλο του post, σύννεφα...Πολλά σύννεφα έχω δει, πολλά σχήματα, σύννεφα τόσο λευκά που τρελαίνεσαι, σύννεφα μαύρα και πυκνά, συννεφάκια σαν τον καπνό από τις εκρήξεις των αντιαεροπορικών και σύννεφα σαν την επιφάνεια μιας τέλειας τούρτας κρέμας (χωρίς το κερασάκι). Κάθε φορά είναι ίδια η σκέψη. Θέλω να πιάσω ένα σύννεφο. Θέλω να το αγγίξω. Όσο χαζό κι αν ακούγεται, είμαι σίγουρος ότι μπορείς.

Και κάτι ακόμα για τα σύννεφα. Δεν υπάρχει πιο διασκεδαστικό πράγμα στην πτήση από το να περνά το αεροπλάνο μες από τα σύννεφα. Ναι κουνάει. Ναι είναι σαν τρενάκι στο λούνα παρκ. Αλλά κρατά ελάχιστα το μέσα-έξω και άπαξ και συνειδητοποιήσεις ότι ένα σύννεφο δεν θα ρίξει το αεροσκάφος, τότε απλά ακουμπάς πίσω αναπαυτικά την πλάτη και απολαμβάνεις.

ΥΓ. Το βραβείο καλύτερου φροντιστή στον υπάλληλο της Southwest στην πτήση πριν λίγο (Όκλαντ - Σικάγο Μίντγουεϊ) που μέσα στα πολλά ξεκαρδιστικά που είπε, όταν προσγειωθήκαμε ανακοίνωσε "Welcome to Mali....you wish".