Τους τελευταίους 12 μήνες έχω ζήσει κυριολεκτικά σε αεροπλάνα και αεροδρόμια. Έχω ζήσει σε λεωφορεία και τρένα. Έχω ζήσει σε ξενοδοχεία και χόστελ. Έχω ζήσει σε σπίτια φίλων, θείων και γονιών και αδερφών και γκόμενων (f). Και έχω ζήσει ελάχιστα σε αυτό που μπορώ να αποκαλέσω σπίτι (μου). Και σε αυτές τις φορές που έζησα σπίτι μου, δεν ήταν πάντα στο ΣΠΙΤΙ μου. Γιατί έχω δύο σπίτια.
Το ένα, το νέο, αυτό που μπήκε στη ζωή μου με όνειρα και ελπίδες και για να ζήσω τη ζωή ενός άλλου, παραμένει κρύο και μικρό, σαν μια φυλακή. Σαν φυλακή, μου προσφέρει απομόνωση, ηρεμία, μου δίνει την άνεση να ασχοληθώ αποκλειστικά με εμένα, να κάνω ό,τι θέλω, όποτε θέλω, όπως το θέλω, να κωλοβαρέσω όταν θέλω, να δουλέψω όταν θέλω, να δω μια ταινία όταν θέλω και να βάλω δυνατά μουσική όταν θέλω. Μόνο που μου αφαιρεί κάτι άλλο που θέλω. Ανθρώπους. Την οικογένεια και τους φίλους.
Και το άλλο σπίτι, το παλιό, το σπίτι που μεγάλωσα και τα 'φερε η ζωή να μείνει στα χέρια μου (και κάπου εδώ αισθάνομαι σαν τρέηλερ σειράς του Χριστόφορου), είναι εκεί, άδειο, παγωμένο το χειμώνα και ζεστό το καλοκαίρι, να με περιμένει όποτε επιστρέφω. Είναι εκεί, σαν το κουφάρι του κοτόπουλου που έχει μείνει στην πιατέλα αφού όλοι πήραν όσα ήθελαν από αυτό, τα μπούτια και τα στήθη, τις πέτσες και τις πατάτες γύρω-γύρω. Είναι εκεί να μου θυμίζει όλα όσα έφυγα να ξεχάσω. Τις απογοητεύσεις και τους φόβους, τις αμφιβολίες, τα απωθημένα, τα θέλω που δεν και τα δεν που θέλω, και ενώ χαρές υπήρξαν πολλές στο σπίτι αυτό, ως διά μαγείας ξεχνιούνται και το μόνο που μένει να συγκινεί την καρδιά μου είναι το πνεύμα του σκυλιού μου που εξακολουθεί να μου κάνει παρέα όποτε η τύχη με βρίσκει εκεί. Να ανεβαίνει στο κρεβάτι μου να κοιμηθεί μαζί μου ή να περνάει ανάμεσα από τα πόδια μου και η ουρά του να τρίβεται σε αυτά. Το σπίτι αυτό, το μαυσωλείο της πρώτης φάσης της ζωής μου, είναι εκεί. Σαν το δέντρο από το παραμύθι που θα παραμένει πάντα εκεί και θα δέχεται από το μικρό παιδί κάθε του επιθυμία, θα του δίνει κάθε φορά τους καρπούς του, τα κλαδιά του, τα φύλλα του μέχρι στο τέλος να μείνει μόνο ένα μικρό κομμάτι και οι ρίζες. Αλλά ικανό και αυτό να προσφέρει ένα αναπαυτικό κάθισμα για μια κουρασμένη και γερασμένη ψυχή.
Δύο σπίτια. Και δεν ζω σε κανένα από αυτά. Δύο σπίτια και κανένα δεν με κάνει να θέλω να τρέξω πλέον να χωθώ σε αυτό. Κανένα δεν με κάνει να αισθάνομαι την ανάγκη να κλειδωθώ μέσα του και να αφήσω απ' έξω όλους τους δαίμονες, όλες τις απογοητεύσεις, τις στεναχώριες και τον πόνο. Κανένα δεν με κάνει να προτιμώ το ένα από το άλλο. Μα δεν υπάρχει και κανένα τρίτο να πάρει τη θέση τους.
Τρένα, λεωφορεία, αεροπλάνα. Δώδεκα μήνες σε μια διαρκή κίνηση. Δώδεκα μήνες και τρεις ήπειροι και δεκάδες αεροδρόμια και σταθμοί. Δώδεκα μήνες και χιλιάδες φωτογραφίες και στιγμές και εικόνες και μισάνοιχτα στόματα έτοιμα να αρχίσουν μια πρόταση "δες δες.." μόνο για να μην αρχίσει ποτέ στη συνειδητοποίηση του κενού του παραλήπτη.
Κάποτε βαριόμουν αφόρητα τα αεροδρόμια. Χάσιμο χρόνου. Ανυπομονησία για τον προορισμό. Φοβόμουν και τις πτήσεις. Ακόμα σφίγγω το κάθισμα σε κάποιο ταρακούνημα, αν και πλέον με τις αμέτρητες ώρες πτήσης δεν με εμποδίζει να λειτουργήσω. Θα κοιμηθώ και θα φάω και θα διαβάσω. Και μια πτήση έξι ωρών δεν θα μου φανεί γολγοθάς. Κάποτε δεν μπορούσα τη διαδικασία του αεροδρομίου και της πτήσης. Τώρα δεν μπορώ χωρίς αυτό.
Τις τελευταίες πενήντα μέρες, κοντά στις είκοσι πτήσεις. Πτήσεις υπερατλαντικές. Πτήσεις υπερειρηνικές. Πτήσεις με υδροπλάνα, πτήσεις για πτώσεις. Πτήσεις από αριστερά στα δεξιά και από τα δεξιά στα αριστερά, από πάνω προς τα κάτω και από κάτω προς τα πάνω, διαγωνίως και πλαγίως. Πτήσεις και αεροδρόμια και check-in. Μηχανικά όλα πλέον. Αλλά με χαμόγελο. Πόσο με γεμίζει πια αυτή η ζωή. Αυτό το νέο σπίτι. Check-in, έλεγχος, η ζώνη ήδη στην τσάντα, κινητά, γυαλιά, πορτοφόλια, όλα στην τσάντα. Τα παπούτσια στο χέρι και έτοιμος να βγάλω το λάπτοπ και τη φωτογραφική να βάλω στο πλαστικό καλάθι. Ρουτίνα. Αλλά με χαμόγελο. Και μετά η χαρά. Πόση ώρα μέχρι την πτήση; Μία ώρα; Τέλεια. Καφές, κάτι να τσιμπήσουμε, και ευκαιρία να διαβάσουμε ή να δουλέψουμε. Μα υπάρχει και η πτήση. Τι τέλεια, μερικές ώρες που μπορείς να ασχοληθείς με κάτι που η ζωή στο δρόμο δεν σε αφήνει. Ευκαιρία να ξαποστάσεις και να κάνεις αυτό που έκανες στο άλλο σπίτι, και στο άλλο σπίτι.
Μου αρέσουν τα αεροδρόμια. Μου αρέσει να ανακαλύπτω που είναι τα καταστήματα τους, τα καφέ και τα εστιατόρια, να συγκρίνω τουαλέτες και προσωπικό και μυρωδιές, θερμοκρασίες. Να γνωρίζω τους συνταξιδιώτες και μαζί να ζούμε αυτές τις στιγμές που μας ενώνουν με τρόπο που μόνο οι συνταξιδιώτες ξέρουν.
Ζωή στο δρόμο. Στον αέρα. Στη θάλασσα. Ζωή σε κίνηση. Μην σταματάς. Το σπίτι μου είναι ο δρόμος. Και το τίμημα είναι εκεί. Δεν μπορείς να συνεχίσεις τα ιδιαίτερα στα Γερμανικά που θες να μάθεις, σταματάς το γυμναστήριο και τη μαγειρική, χάνεις τη δυνατότητα (που ποτέ δεν θα εξασκούσες) για να δημιουργήσεις κύκλους κοινωνικούς και δεν μπορείς γενικά να έχεις αυτήν τη ρουτίνα της έδρας. Που συνήθως όταν έχεις απορρίπτεις και φωνάζεις ότι θες να διώξεις και να ξεφύγεις από αυτήν, μα όταν τη χάνεις εκτιμάς τα οφέλη της.
Ζωή στο δρόμο που σου προσφέρει όμως μια πρωτόγνωρη ανεξαρτησία. Ένα 'δεν ανήκω' που δεν σου αφαιρεί κάποια ταυτότητα, παρά σου δίνει όλες τις ταυτότητες του κόσμου. Κάθε σφραγίδα στο διαβατήριο και οργασμός. Κάθε νέα εικόνα και ένα βήμα μακρίτερα από το σημείο έναρξης. Μα παντού μια κοινή συνιστώσα. Η Γη. Όσο κι αν ταξιδέψεις, όσο μακριά κι αν βρεθείς, πάντα στη Γη θα βρίσκεσαι και όλα όσα αυτή προσφέρει θα είναι εκεί. Άνθρωποι. Ζώα. Φύση. Μαγεία! Μόνο όταν το ζήσεις θα το καταλάβεις. Όταν κοιτάξεις τον ουρανό τη νύχτα και δεις αστέρια και αδειάσεις το μυαλό σου και κρατήσεις μόνο μία σκέψη. Τη σκέψης της απόστασης. Μια απόσταση που για τον καθένα μας μεταφράζεται διαφορετικά. Αλλά είναι εκεί. Και όταν την αναλογιστείς, όταν αφουγκραστείς αυτήν την απόσταση, νιώθεις κάτι σημαντικό. Νιώθεις ένα με το σύμπαν. Νιώθεις την ενέργεια του κόσμου να ρέει από μέσα σου. Μα πόσο δύσκολο είναι να παραμείνεις σε αυτήν την κατάσταση.
Και το ταξίδι συνεχίζεται, ο δρόμος παραμένει μακρύς και είναι δική σου απόφαση πως θα τον διασχίσεις, πότε και αν. Μα αυτό που μένει μέσα σου είναι η συνειδητοποίηση ότι κανένα ταξίδι, μα και καμία στασιμότητα στη θέση σου στο χάρτη, δεν θα σε φέρει πιο κοντά στην ολοκλήρωση. Όσο μεγαλώνουν οι αποστάσεις, τόσο μικραίνουν οι στιγμές και όσο αυξάνονται οι εικόνες, τόσο χάνονται πιο εύκολα. Και εκεί καταλαβαίνεις ότι το ταξίδι δεν γίνεται για να συλλέξεις, αλλά για να μάθεις. Το ταξίδι δεν γίνεται για να θυμάσαι, αλλά για να κάνεις. Το ταξίδι δεν γίνεται για να διηγείσαι, αλλά για να εμπνέεσαι. Όλοι οι άνθρωποι σε ένα πράγμα στοχεύουν. Να βρουν τον εαυτό τους. Και αν δεν ξέρεις πως να ψάξεις, δεν έχει νόημα ούτε τι κάνεις στάσιμος, ούτε τι κάνεις κινούμενος σαν αστραπή. Είτε που θα μουδιάσεις από την ακινησία και δεν θα βλέπεις μπροστά σου, είτε που θα τρέχεις τόσο γρήγορα που θα τον προσπεράσεις.
Δεν τον έχω βρει τον εαυτό μου. Ακόμα τον ψάχνω. Και πολύ φοβάμαι, πως δεν ξέρω ακόμα πως.
Μα για την ώρα, περιμένω το επόμενο αεροδρόμιο και την επόμενη ανακοίνωση για επιβίβαση. Για την ώρα, παραμένω πιστός στο ταξίδι και το δρόμο. Γιατί μπορεί να μην έχω βρει ακόμα τον εαυτό μου, αλλά έχω βρει κάτι άλλο. Έχω βρει σπίτι.
Το ένα, το νέο, αυτό που μπήκε στη ζωή μου με όνειρα και ελπίδες και για να ζήσω τη ζωή ενός άλλου, παραμένει κρύο και μικρό, σαν μια φυλακή. Σαν φυλακή, μου προσφέρει απομόνωση, ηρεμία, μου δίνει την άνεση να ασχοληθώ αποκλειστικά με εμένα, να κάνω ό,τι θέλω, όποτε θέλω, όπως το θέλω, να κωλοβαρέσω όταν θέλω, να δουλέψω όταν θέλω, να δω μια ταινία όταν θέλω και να βάλω δυνατά μουσική όταν θέλω. Μόνο που μου αφαιρεί κάτι άλλο που θέλω. Ανθρώπους. Την οικογένεια και τους φίλους.
Και το άλλο σπίτι, το παλιό, το σπίτι που μεγάλωσα και τα 'φερε η ζωή να μείνει στα χέρια μου (και κάπου εδώ αισθάνομαι σαν τρέηλερ σειράς του Χριστόφορου), είναι εκεί, άδειο, παγωμένο το χειμώνα και ζεστό το καλοκαίρι, να με περιμένει όποτε επιστρέφω. Είναι εκεί, σαν το κουφάρι του κοτόπουλου που έχει μείνει στην πιατέλα αφού όλοι πήραν όσα ήθελαν από αυτό, τα μπούτια και τα στήθη, τις πέτσες και τις πατάτες γύρω-γύρω. Είναι εκεί να μου θυμίζει όλα όσα έφυγα να ξεχάσω. Τις απογοητεύσεις και τους φόβους, τις αμφιβολίες, τα απωθημένα, τα θέλω που δεν και τα δεν που θέλω, και ενώ χαρές υπήρξαν πολλές στο σπίτι αυτό, ως διά μαγείας ξεχνιούνται και το μόνο που μένει να συγκινεί την καρδιά μου είναι το πνεύμα του σκυλιού μου που εξακολουθεί να μου κάνει παρέα όποτε η τύχη με βρίσκει εκεί. Να ανεβαίνει στο κρεβάτι μου να κοιμηθεί μαζί μου ή να περνάει ανάμεσα από τα πόδια μου και η ουρά του να τρίβεται σε αυτά. Το σπίτι αυτό, το μαυσωλείο της πρώτης φάσης της ζωής μου, είναι εκεί. Σαν το δέντρο από το παραμύθι που θα παραμένει πάντα εκεί και θα δέχεται από το μικρό παιδί κάθε του επιθυμία, θα του δίνει κάθε φορά τους καρπούς του, τα κλαδιά του, τα φύλλα του μέχρι στο τέλος να μείνει μόνο ένα μικρό κομμάτι και οι ρίζες. Αλλά ικανό και αυτό να προσφέρει ένα αναπαυτικό κάθισμα για μια κουρασμένη και γερασμένη ψυχή.
Δύο σπίτια. Και δεν ζω σε κανένα από αυτά. Δύο σπίτια και κανένα δεν με κάνει να θέλω να τρέξω πλέον να χωθώ σε αυτό. Κανένα δεν με κάνει να αισθάνομαι την ανάγκη να κλειδωθώ μέσα του και να αφήσω απ' έξω όλους τους δαίμονες, όλες τις απογοητεύσεις, τις στεναχώριες και τον πόνο. Κανένα δεν με κάνει να προτιμώ το ένα από το άλλο. Μα δεν υπάρχει και κανένα τρίτο να πάρει τη θέση τους.
Τρένα, λεωφορεία, αεροπλάνα. Δώδεκα μήνες σε μια διαρκή κίνηση. Δώδεκα μήνες και τρεις ήπειροι και δεκάδες αεροδρόμια και σταθμοί. Δώδεκα μήνες και χιλιάδες φωτογραφίες και στιγμές και εικόνες και μισάνοιχτα στόματα έτοιμα να αρχίσουν μια πρόταση "δες δες.." μόνο για να μην αρχίσει ποτέ στη συνειδητοποίηση του κενού του παραλήπτη.
Κάποτε βαριόμουν αφόρητα τα αεροδρόμια. Χάσιμο χρόνου. Ανυπομονησία για τον προορισμό. Φοβόμουν και τις πτήσεις. Ακόμα σφίγγω το κάθισμα σε κάποιο ταρακούνημα, αν και πλέον με τις αμέτρητες ώρες πτήσης δεν με εμποδίζει να λειτουργήσω. Θα κοιμηθώ και θα φάω και θα διαβάσω. Και μια πτήση έξι ωρών δεν θα μου φανεί γολγοθάς. Κάποτε δεν μπορούσα τη διαδικασία του αεροδρομίου και της πτήσης. Τώρα δεν μπορώ χωρίς αυτό.
Τις τελευταίες πενήντα μέρες, κοντά στις είκοσι πτήσεις. Πτήσεις υπερατλαντικές. Πτήσεις υπερειρηνικές. Πτήσεις με υδροπλάνα, πτήσεις για πτώσεις. Πτήσεις από αριστερά στα δεξιά και από τα δεξιά στα αριστερά, από πάνω προς τα κάτω και από κάτω προς τα πάνω, διαγωνίως και πλαγίως. Πτήσεις και αεροδρόμια και check-in. Μηχανικά όλα πλέον. Αλλά με χαμόγελο. Πόσο με γεμίζει πια αυτή η ζωή. Αυτό το νέο σπίτι. Check-in, έλεγχος, η ζώνη ήδη στην τσάντα, κινητά, γυαλιά, πορτοφόλια, όλα στην τσάντα. Τα παπούτσια στο χέρι και έτοιμος να βγάλω το λάπτοπ και τη φωτογραφική να βάλω στο πλαστικό καλάθι. Ρουτίνα. Αλλά με χαμόγελο. Και μετά η χαρά. Πόση ώρα μέχρι την πτήση; Μία ώρα; Τέλεια. Καφές, κάτι να τσιμπήσουμε, και ευκαιρία να διαβάσουμε ή να δουλέψουμε. Μα υπάρχει και η πτήση. Τι τέλεια, μερικές ώρες που μπορείς να ασχοληθείς με κάτι που η ζωή στο δρόμο δεν σε αφήνει. Ευκαιρία να ξαποστάσεις και να κάνεις αυτό που έκανες στο άλλο σπίτι, και στο άλλο σπίτι.
Μου αρέσουν τα αεροδρόμια. Μου αρέσει να ανακαλύπτω που είναι τα καταστήματα τους, τα καφέ και τα εστιατόρια, να συγκρίνω τουαλέτες και προσωπικό και μυρωδιές, θερμοκρασίες. Να γνωρίζω τους συνταξιδιώτες και μαζί να ζούμε αυτές τις στιγμές που μας ενώνουν με τρόπο που μόνο οι συνταξιδιώτες ξέρουν.
Ζωή στο δρόμο. Στον αέρα. Στη θάλασσα. Ζωή σε κίνηση. Μην σταματάς. Το σπίτι μου είναι ο δρόμος. Και το τίμημα είναι εκεί. Δεν μπορείς να συνεχίσεις τα ιδιαίτερα στα Γερμανικά που θες να μάθεις, σταματάς το γυμναστήριο και τη μαγειρική, χάνεις τη δυνατότητα (που ποτέ δεν θα εξασκούσες) για να δημιουργήσεις κύκλους κοινωνικούς και δεν μπορείς γενικά να έχεις αυτήν τη ρουτίνα της έδρας. Που συνήθως όταν έχεις απορρίπτεις και φωνάζεις ότι θες να διώξεις και να ξεφύγεις από αυτήν, μα όταν τη χάνεις εκτιμάς τα οφέλη της.
Ζωή στο δρόμο που σου προσφέρει όμως μια πρωτόγνωρη ανεξαρτησία. Ένα 'δεν ανήκω' που δεν σου αφαιρεί κάποια ταυτότητα, παρά σου δίνει όλες τις ταυτότητες του κόσμου. Κάθε σφραγίδα στο διαβατήριο και οργασμός. Κάθε νέα εικόνα και ένα βήμα μακρίτερα από το σημείο έναρξης. Μα παντού μια κοινή συνιστώσα. Η Γη. Όσο κι αν ταξιδέψεις, όσο μακριά κι αν βρεθείς, πάντα στη Γη θα βρίσκεσαι και όλα όσα αυτή προσφέρει θα είναι εκεί. Άνθρωποι. Ζώα. Φύση. Μαγεία! Μόνο όταν το ζήσεις θα το καταλάβεις. Όταν κοιτάξεις τον ουρανό τη νύχτα και δεις αστέρια και αδειάσεις το μυαλό σου και κρατήσεις μόνο μία σκέψη. Τη σκέψης της απόστασης. Μια απόσταση που για τον καθένα μας μεταφράζεται διαφορετικά. Αλλά είναι εκεί. Και όταν την αναλογιστείς, όταν αφουγκραστείς αυτήν την απόσταση, νιώθεις κάτι σημαντικό. Νιώθεις ένα με το σύμπαν. Νιώθεις την ενέργεια του κόσμου να ρέει από μέσα σου. Μα πόσο δύσκολο είναι να παραμείνεις σε αυτήν την κατάσταση.
Και το ταξίδι συνεχίζεται, ο δρόμος παραμένει μακρύς και είναι δική σου απόφαση πως θα τον διασχίσεις, πότε και αν. Μα αυτό που μένει μέσα σου είναι η συνειδητοποίηση ότι κανένα ταξίδι, μα και καμία στασιμότητα στη θέση σου στο χάρτη, δεν θα σε φέρει πιο κοντά στην ολοκλήρωση. Όσο μεγαλώνουν οι αποστάσεις, τόσο μικραίνουν οι στιγμές και όσο αυξάνονται οι εικόνες, τόσο χάνονται πιο εύκολα. Και εκεί καταλαβαίνεις ότι το ταξίδι δεν γίνεται για να συλλέξεις, αλλά για να μάθεις. Το ταξίδι δεν γίνεται για να θυμάσαι, αλλά για να κάνεις. Το ταξίδι δεν γίνεται για να διηγείσαι, αλλά για να εμπνέεσαι. Όλοι οι άνθρωποι σε ένα πράγμα στοχεύουν. Να βρουν τον εαυτό τους. Και αν δεν ξέρεις πως να ψάξεις, δεν έχει νόημα ούτε τι κάνεις στάσιμος, ούτε τι κάνεις κινούμενος σαν αστραπή. Είτε που θα μουδιάσεις από την ακινησία και δεν θα βλέπεις μπροστά σου, είτε που θα τρέχεις τόσο γρήγορα που θα τον προσπεράσεις.
Δεν τον έχω βρει τον εαυτό μου. Ακόμα τον ψάχνω. Και πολύ φοβάμαι, πως δεν ξέρω ακόμα πως.
Μα για την ώρα, περιμένω το επόμενο αεροδρόμιο και την επόμενη ανακοίνωση για επιβίβαση. Για την ώρα, παραμένω πιστός στο ταξίδι και το δρόμο. Γιατί μπορεί να μην έχω βρει ακόμα τον εαυτό μου, αλλά έχω βρει κάτι άλλο. Έχω βρει σπίτι.
No comments:
Post a Comment