Monday, October 17, 2011

Θυμάμαι...1998


Μόνος μου ταξιδεύω από το 1998. Δεκατρία χρόνια. Δεν είναι πολλά, μπροστά σε μια ζωή 31 ετών. Σίγουρα δεν είναι πολλά σε σύγκριση με ανθρώπους από άλλες χώρες που γνωρίζω. Από την άλλη, είναι σίγουρα περισσότερα σε σχέση με άλλους ανθρώπους που ξέρω, και αναλογικά, και ποσοτικά.
Σημασία όμως δεν έχει ούτε πόσα ταξίδια έχεις κάνει, ούτε πόσο καιρό ταξιδεύεις, ούτε παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο το που έχεις πάει.

Κάθομαι και κοιτάζω τις φωτογραφίες από τα ταξίδια μου. Τόσες δεκάδες σκέψεις έρχονται στο μυαλό. Τόσες εικόνες ξεχασμένες, ήχοι, μυρωδιές, αισθήματα, καταστάσεις που τις έχουν διαδεχθεί άλλες καταστάσεις που τις έχουν διαδεχθεί άλλες καταστάσεις κ.ο.κ.. Μου έρχονται σκέψεις από την τεχνολογική πρόοδο, κοιτώντας φωτογραφίες από φιλμ, μέχρι τις πρόσφατες φωτογραφίες από dslr φίλων και της εκπληκτικής, φανταστικής, ΜΗ dslr panasonic μου. Βλέπω σε φωτογραφίες ρούχα να παρελαύνουν, ρούχα που κάποτε δεν έβγαζα από πάνω μου και τώρα δεν θυμάμαι καν πότε τα πέταξα, πού τα έδωσα... Κινητά, τσάντες, μα κυριότερα, νοοτροπίες. Κοιτάω φωτογραφίες από ταξίδια και μπορώ να φέρω τον εαυτό μου στη νοοτροπία της εποχής. Να αφουγκραστώ τις τότε ανησυχίες μου, να νιώσω τη χαρά που έπαιρνα τότε και τί ήταν αυτό που μου την έδινε, μα και τις λύπες. Και να τα φιλτράρω όλα αυτά με τη γνώση του σήμερα, με την εμπειρία του σήμερα.

Στο τέλος, απλά νιώθω μικρός μπροστά στο αύριο. Δεν είναι τα δεκατρία χρόνια, είναι τα τρία χρόνια, τα δύο, πέρυσι. Σε ένα έτος αλλάζεις τόσο που είναι σίγουρα κάτι που θα σε κάνει να δεις το μέλλον με όρεξη, με αισιοδοξία, με ανυπομονησία. Να μην μένεις ίδιο. Να προσαρμόζεσαι στην εποχή. Να μπορείς να παίρνεις κάτι από κάθετι και καθέναν. Μα να μπορείς να μένεις και ο ίδιος. Ο ίδιος πυρήνας. Γιατί ό,τι άνθρωπος και να είσαι, να αλλάξεις τον πυρήνα σου δεν μπορείς. Μόνο να ντύνεσαι διαφορετικά. Κανείς αλκοολικός δεν έπαψε να είναι αλκοολικός. Μόνο να μην πίνει μπορεί να ελπίζει. Όσα ταξίδια κι αν κάνουμε, όπου κι αν πάμε, εγωιστές θα παραμείνουμε αν είμαστε, αλτρουιστές, φυγόπονοι, ρομαντικοί, μαχητικοί, φιλεύσπλαχνοι ή ηδονιστές. Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να μάθουμε να γέρνουμε τη ζυγαριά προς την πλευρά που οφείλουμε. Προς την πλευρά που μας χαρίζει το αύριο. Και σε εμάς και στους άλλους.

Το 1998 πήγα το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. Ήταν και το πρώτο ταξίδι μόνος μου. Όταν λέω μόνος μου, εννοώ χωρίς γονείς. Ήταν στην τρίτη Λυκείου, μαζί με συμμαθητές από το σχολείο, από την 1η και 2η Δέσμη (ήμουν στην 1η...πάντα κόντρα...) και έναν καθηγητή Φυσικής μας. Η ιδέα να μας πάει στην Ελβετία και στο Ερευνητικό κέντρο του CERN είχε πέσει στο τραπέζι ένα χρόνο πριν, και δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί ακριβώς είχα δείξει τέτοιο πάθος, αλλά το όλο εγχείρημα το πήρα πατριωτικά. Έτσι όταν ήρθε η ώρα, ανέλαβα εγώ να το οργανώσω μαζί με τον καθηγητή. Χρειαζόμασταν 15 άτομα σύνολο προκειμένου να λάβουμε μια τιμή πακέτου που χρειαζόμασταν. Θυμάμαι μέχρι τελευταία στιγμή να βολιδοσκοπώ συμμαθητές για να τους πείσω. Θυμάμαι να πηγαίνω στο σαλόνι αργά τη νύχτα (δηλαδή μετά τις 10) και να παίρνω τηλέφωνα να παρακαλάω σχεδόν.  Ευτυχώς, το μαγικό νούμερο καλύφθηκε και έτσι το ταξίδι θα γινόταν. Ελβετία. Γενεύη.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πολλές λεπτομέρειες. Δεν θυμάμαι παρά μόνο την είσοδο του αεροδρομίου στο Ανατολικό. Τη μία και μοναδική φορά που το χρησιμοποιήσα. Δεν θυμάμαι την πτήση παρά μόνο εικόνες ελάχιστες, όπως να καπνίζουν συμμαθητές (ναι, κάπνιζαν ακόμη τότε), να με ενθουσιάζει απόλυτα η πρώτη απογείωση στην επιτάχυνση στο διάδρομο (άγνοια), να προσγειωνόμαστε στη Ζυρίχη για στάση και να εντυπωσιάζομαι από το κατάλευκο τοπίο. Αυτά. Θυμάμαι ότι είχα φάει σολωμό πηγαίνοντας και ότι το πρώτο βράδυ είχα τέτοια ζαλάδα που ήμουν σίγουρος ότι έφταιγε ο σολωμός. Αυτός και το τρισδιάστατο παιχνίδι με γυαλιά που είχα παίξει σε ένα μαγαζί που είχαμε βρει (πώς άραγε;) στη Γενεύη.

Θυμάμαι εικόνες, ελάχιστες κινούμενες, οι περισσότερες στατικές. Θυμάμαι και αισθήματα. Θυμάμαι πόσο μαγεμένος ήμουν από την καθαριότητα και τάξη της πόλης. Θυμάμαι ένα περιπολικό που σταμάτησε να περάσουμε το δρόμο ενώ είχαμε κόκκινο ως πεζοί. Θυμάμαι το πρώτο πρωινό που πήγαμε να πάρουμε το λεωφορείο για τα κεντρικά γραφεία του CERN που είδα Ελβετούς να πηγαίνουν για το λεωφορείο φορτωμένοι σκι και πόσο εντύπωση μου έκανε. Θυμάμαι να ψάχνω κατάστημα να πουλάει κόμικ και την άνεση επικοινωνίας που είχα νιώσει που μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά την εποχή εκείνη μου φαινόταν εξωπραγματικό. Να μπορείς να κυκλοφορείς έτσι απλά. Σε μια ξένη χώρα. Θυμάμαι όταν φτάσαμε που είχαμε στηθεί σε ένα  γκισέ που δεν θυμάμαι τι θέλαμε να πάρουμε και προβάραμε όλοι τα Γαλλικά μας (πηγαίναμε και στη Λεόντειο τρομάρα μας) και τελικά ο κύριος στο γκισέ ήταν Έλληνας. Εμείς στα Γαλλικά, αυτός Ελληνικά, και όπως ακριβώς στις ταινίες, ένα δευτερόλεπτο όπου αναρωτιέσαι 'τελικά τα καταλαβαίνω μια χαρά τα γαλλικά'.
Θυμάμαι το CERN, ότι δεν είχα και σαφή εικόνα τι είναι, μόνο ότι είναι τεράστιο και πολύ βαθιά χωμένο στη γη. Θυμάμαι να πηγαίνουμε στον έναν από τους 4 σταθμούς και ότι περάσαμε τα σύνορα με Γαλλία και βρεθήκαμε προς στιγμή σε ένα μικρό χωριό και είδα μια γυναίκα να είναι σε ποδήλατο με μια μεγάλη μπαγκέτα (baguette για όσους δεν ξέρους :p). Θυμάμαι να κατεβαίνουμε κάτω στο σταθμό αλλά όχι πολλά από κει και πέρα. Ούτε πόση ώρα κάτσαμε δεν θυμάμαι. Και όταν ανεβήκαμε, το μυαλό όλων ήταν αλλού και μαζί με τον Πάνο (δεν θυμάμαι αν ήταν κι άλλος) σηκωθήκαμε και φύγαμε. Και βρήκαμε ένα λεωφορείο και γυρίσαμε στο κέντρο. Και θυμάμαι πόσο φυσικό μου φαινόταν όλο αυτό, να κυκλοφορώ ακόμα και χωρίς τον "μεγάλο". Απλό. Στάση, εισιτήριο, λεωφορείο, συνεννοείσαι, τέλος. Απλά.

Όσο απλό και να βλέπεις σκύλο μέσα στο λεωφορείο. Ανήκουστο. Και θυμάμαι την επόμενη μέρα είχε μια πορεία. Αλλά δεν θυμάμαι γιατί. Και το βράδυ το δεύτερο ο συμμαθητής μας ο Βασίλης μας πήγε έξω από την πόλη σε ένα εστιατόριο που ήξερε με τους γονείς του και φάγαμε ρακλέτ. Ή φοντί; Ή και τα δύο; Και ο Βασίλης όταν σπούδαζα στο Εδιμβούργο το 2002 πέθανε. Και το σκέφτομαι τώρα και δεν ξέρω πώς να αισθανθώ. Χαρά που είμαι ακόμα εδώ μπροστά στη ρουλέτα που είναι η ζωή; Λύπη που είμαι ακόμα εδώ; Χρέος. Μάλλον χρέος. Και θυμάμαι το βράδυ εκείνο που πέσαμε για ύπνο (ή μήπως ήταν το προηγούμενο;) και ξυπνήσαμε κάπου στις 2 ή 3 με τον Πάνο και είδαμε τον Άγγελο να ντύνεται και να μας λέει 'καλά μαλάκες καθίστε να καείτε, εγώ την κάνω' και τότε ακούσαμε το συναγερμό του ξενοδοχείου και είδαμε στο διάδρομο καπνό. Και ότι κατεβήκαμε στη ρεσεψιόν και είδαμε τους πυροσβέστες να ρχονται και άρχισαν τα αστεία με τον Ορέστη. Και δεν θυμάμαι τι έγινε μετά, τι έγινε με τη φωτιά, ούτε καν αν υπήρχε και φωτιά ή κάτι άλλο. Θυμάμαι....νομίζω αυτά. Και τις φωτογραφίες όταν κοιτάζω δεν θυμάμαι περισσότερα.

Εγώ και η Ferrari μου.




Θυμάμαι και κάτι άλλο. Θυμάμαι πώς ήταν η ζωή εκείνη τη χρονιά. Πανελλήνιες. Άγχος. Νεύρα. Και το ταξίδι που δεν βοήθησε αλλά τα έκανε χειρότερα και όταν γύρισα δεν άντεχα να επιστρέψω στους ρυθμούς της ζωής των εξετάσεων. Και θυμάμαι πόσο διαφορετικός ένιωθα από όλους. Ακόμα και από εκείνους με τους οποίους έκανα παρέα. Και ότι από τη μία αυτό με στεναχωρούσε, αλλά από την άλλη όχι. Ένιωθα να μην ανήκω ενώ ήθελα διακαώς να ανήκω κάπου. Πάλευα να μην ανήκω, να τους το δείχνω ότι δεν ανήκω και μετά να αναρωτιέμαι γιατί δεν ανήκω. Θυμάμαι την Η. Τον (ή έναν) έρωτα της χρονιάς εκείνης. Που ήρθε στη Γενεύη αλλά για τον Η. Η + Η. Ειρωνία ε; Και την ήθελα την Η. Ήταν μαγκάκι. Μα ένιωθα ότι λίγοι έβλεπαν τη θλίψη μέσα της. Ή εγώ έβλεπα ότι εξυπηρετούσε το ρομαντισμό. Αλλά δεν έκανα λάθος όταν καθόμασταν μαζί στα Νέα Ελληνικά καμιά φορά και χάζευα τα ορνιθοσκαλίσματά της και θεωρούσα ότι επειδή γράφει και αυτή με το αριστερό σημαίνει κάτι. Και χάζευα τα ξανθά μαλλιά της. Και όταν μου κράταγε το χέρι κάτω από το θρανίο και μύριζα μετά στο σπίτι την τσιγαρίλα στα δάχτυλά μου (γιατί αυτή κάπνιζε, εγώ όχι), ένιωθα ή ήμουν ερωτευμένος. Και ναι δεν ήμουν 14 ήμουν σχεδόν 18.

Μια εκκλησία και εγώ στο βάθος.
Ένα ταξίδι. Τρεις μέρες. Δεκατρία χρόνια πριν. Μία εποχή. Τέλος εποχής. Αγωνίες και μαθήματα. Και μυστικά. Από όλους και από τον εαυτό μου. Δεκατρία χρόνια μετά πολλά έχουν αλλάξει. Πολλά παραμένουν ίδια. Όπως η αδυναμία να μην ερωτεύομαι για τη μυρωδιά ενός τσιγάρου στα δάχτυλά μου.
Πρώτοι κύκνοι που είδα.
ΥΓ. Μόλις θυμήθηκα επίσης τον ελβετικό σουγιά που είχα αγοράσει (και κράτησα για 12 χρόνια μέχρι που πρώτη φορά ξεχάστηκα και τον άφησα στην τσάντα μου όταν επιβιβαζόμουν από Puerto Montt για Punta Arenas και μου τον κράτησαν). Ένας σουγιάς που εγκαινιάστηκε ετσιθελικά από τον Άγγελο για να κόψει....oh well....κάτι που αργότερα κάπνισε. Δεν του κράτησα κακία γιατί μου έδωσε να ακούσω πρώτη φορά το Draconian Times.

No comments:

Post a Comment