Είδα επιτέλους σήμερα το Into the Wild. Μια ταινία που τα τελευταία χρόνια (κυκλ. 2007) άκουγα αριστερά-δεξιά και τελευταία όλο και περισσότεροι γνωστοί μου έλεγαν 'δες το θα σου αρέσει', ιδιαίτερα μετά τα τελευταία μου ταξίδια.
Γνώριζα πρόχειρα την ιστορία, κάποιος νεαρός Αμερικάνος ταξιδεύει μόνος στην Αμερική.
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ. Για όσους δεν έχουν δει την ταινία και θα ήθελαν, γίνεται πλήρης αποκάλυψη του τέλους και της ιστορίας στη συνέχεια. ΚΛΕΙΝΕΙ Η ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ
Σε μια κρίση 'κατηγορώ' όπως συνηθίζει, η φίλη μου η Ιωάννα αποκάλυψε πριν δω την ταινία το τέλος με την εξής φράση 'έλα μωρέ με το βλάκα που πέθανε από ασιτία'. Χουμ......Νομίζω μετά το 'είναι νεκρός' για την 6η αίσθηση, όλα τα άλλα είναι απλά δευτεράντζες.
Τέλος πάντων...ξέραμε ότι το παλικάρι -σικ- θα πεθάνει στο τέλος. Δεν πειράζει, η ταινία υποτίθεται είναι φοβερή, ταξίδι, δρόμος, φύση, τέλεια.
Στα δεκαπέντε λεπτά ήδη είχα αρχίσει να μη συμπαθώ τον χαρακτήρα. Η ιστορία έχει ως εξής. Η πραγματική. Ο Κρίστοφερ ΜακΚάντλς την κάνει μετά την αποφοίτηση από το Κολέγιο. Σκίζει ταυτότητες και πιστωτικές κάρτες, χαρίζει τα λεφτά του και αφήνει το διαμέρισμα του. Σκοπός του να χαθεί εκεί έξω. Να μην το βρει κανείς, να αλλάξει το όνομα του (σε Άλεξ Σούπερτραμπ) και να βρει την αλήθεια του.
Θεωρώντας ότι η ταινία (σκηνοθεσία Σον Πεν) ακολουθεί πιστά το βιβλίο που γράφτηκε για τον ΜακΚάντλς (το οποίο και ακολουθεί πιστά τη ζωή του) δεχόμαστε τα εξής. Ο ΜακΚαντλς μεγάλωσε σε μια οικογένεια με προβλήματα (υπάρχει κι άλλη;). Ο μπαμπάς και η μαμά δεν αγαπιόντουσαν. Ο μπαμπάς νόμιζε ότι είναι ο θεός, χτύπαγε τη μαμά. Η μαμά δεν έλεγε όχι. Και ο Κρίστοφερ είχε μια μικρότερη αδερφή που αγαπούσε, και εκείνη τον αγαπούσε, και μαζί υπέμεναν το οικογενειακό αυτό δράμα.
Σίγουρα η οικογενειακή βία δεν είναι καθόλου μα καθόλου κάτι που εύκολα ξεπερνάς μεγαλώνοντας. Σίγουρα μια οικογένεια πέραν του δέοντως δυσλειτουργική δεν αποτελεί το καλύτερο εφαλτήριο για μια σοβαρή ζωή με σωστές και ώριμες αποφάσεις. Μα όμως εδώ η ταινία, το βιβλίο, ο ίδιος ο ΜακΚάντλς παρουσιάζονται ως 'η εικόνα του σωστού'.
Ο κόσμος είδε την ταινία και όσοι με προέτρεψαν να δω την ταινία το έκαναν για ένα λόγο. Ρομαντισμός. Μαζί σας. Γουστάρω το ρομαντισμό. Μα ποιο ρομαντισμό επικαλείστε όταν ένας νέος που υποτίθεται έχει όλα τα φόντα να πιάσει τη ζωή από τα αρχίδια, που μπορεί και αποστηθίζει Θορό και Λόντον και Τολστόι (τελικά αυτό μάλλον ελάττωμα πρέπει να 'ναι), ουσιαστικά ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ; Ποιος ρομαντισμός υπάρχει όταν η αδερφή του που ουδέποτε μας δίνεται η εντύπωση ότι δεν τον αγαπάει και αυτός δεν την αγαπάει, πεθαίνει από αγωνία μην ξέροντας που είναι και τι κάνει; Γιατί να θεωρήσω μεγαλοσύνη της ψυχής τη σκηνή όπου είναι έτοιμος να την πάρει τηλέφωνο και αντ αυτού δίνει το κέρμα στο γέρο στο διπλανό τηλέφωνο που από ό,τι καταλαβαίνουμε, προσπαθεί κι αυτός να λύσει κάποιο πρόβλημα. Είναι περίεργο που η βοήθεια προς έναν άγνωστο -αμφίβολης αξίας βοήθεια, αμφίβολο το πρόβλημα- θεωρείται πιο 'αααα τι καλό' από την αγάπη προς την οικογένεια.
Και ο Κρίστοφερ κυκλοφορεί στην Αμερική, χωρίς λεφτά στην αρχή (καίει και τα λίγα του δολάρια), χωρίς αμάξι, με βρώμικα ρούχα και ένα σακίδιο και αχτένιστος, αξύριστος...
Και όλο διαβάζουμε πράγματα που έγραφε και τον παρακολουθούμε σε συζητήσεις να εκφράζεται τόσο δυναμικά για το ότι ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη τίποτα, δεν έχει ανάγκη λεφτά, δεν έχει ανάγκη την αγάπη, τίποτα, παρά μόνο την αλήθεια. Ναι μεγάλε, ο Θορό ήξερε τι έλεγε. Το πως θα το καταλάβει ο καθένας είναι άλλο θέμα.
Η αλήθεια είναι και για μένα το Α και το Ω. Η αλήθεια φανερώνει την αξία της αγάπης. Η αλήθεια φανερώνει τη δύναμη του χρήματος. Η αλήθεια φανερώνει τα πάντα. Και όσο δύσκολη κι αν είναι η αλήθεια, όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάκτησή της, πρέπει να την κυνηγήσεις. ΜΑ. Υπάρχει ένα ΜΑ. Δεν γίνεται να βρεις την αλήθεια χωρίς την εμπειρία της ζωής. Ο Κρίστοφερ είναι ένα 23χρονο παιδί, δεν έχει δουλέψει μέρα στη ζωή του, είχε μια οικογένεια που ναι ο μπαμπάς ήταν δυνάστης και η μαμά πρόβατο, αλλά δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα, και όπως λέει ο χαρακτήρας της Κριστίν Κίνερ όταν τον γνωρίζει "Συγνώμη αγόρι μου αλλά δεν φαίνεσαι να είσαι από οικογένεια που σου στέρησε την αγάπη" και φυσικά, μπορεί να μην είχε την αγάπη που είχες εσύ ή εγώ, αλλά σίγουρα είχε αγάπη. Γιατί χωρίς αγάπη θα ήταν τζάνκι, ή στη φυλακή ή μπάσταρδος στη Γουόλ Στριτ.
Και εντάξει, επιλογή του καθενός να αφήσει την οικογένεια πίσω του, και να θεωρεί το πρόβλημα του όπως θέλει, μεγάλο, μικρό, τεράστιο, ασήμαντο, αξεπέραστο. Whatever floats your boat που λέει και μια ψυχή.
Μα εδώ ο κόσμος που ερωτεύεται την ταινία και θεωρεί ότι βλέπει κάτι τόσο σπουδαίο (σαν τις ατάκες του Κοέλιο), ερωτεύεται με ξένα κόλυβα. Γιατί είναι μαγκιά να κρατάς ό,τι θες και σε συμφέρει. (ή μήπως βλακεία;)
Ο Κρίστοφερ ΜακΚαντλς στο ταξίδι του αυτό κάνει αρκετές δουλειές εδώ κι εκεί. Χα. Τελικά το χρήμα το χρειαζόμαστε. Και αν τελικά δεν τον κατηγορήσουμε που αναγκάστηκε να δουλέψει στη Ντακότα στις φάρμες και στα Burger King, δεν μπορούμε να μην χλευάσουμε τη σκηνή στην αρχή του ταξιδιού που καίει τα τελευταία δολάρια που είχε. Μια σκηνή που ο Πεν μας παρουσιάζει με όμορφα πλάνα για να την τονίσει. ΡΕεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε μας βλέπουνε. Πόσο ακυρώνει η μία κατάσταση την άλλη....
Και η επαφή που έχει καθόλη την πορεία του με άλλους ανθρώπους, ενώ προσπαθεί ο δημιουργός να μας πείσει ότι ο Κρίστοφερ προσφέρει, τελικά μόνο του προσφέρεται. Παίρνει από όλους αγάπη, προσοχή, ενδιαφέρον, υλικά αγαθά (που δεν τον χαλάνε όταν και μόνο όταν βοηθούν την αναζήτηση της αλήθειας του) και τους αφήνει όλους πίσω του στεναχωρημένους γιατί ναι, καλό παιδί είναι κατά βάθος, διαβασμένο και γενναιόδωρο, αλλά ανώριμο.
Στα 23 σου δεν μπορείς να μιλάς σαν τον Θορό και τον Λόντον. Μπορείς να τους αποστηθίζεις, να καταλαβαίνεις όσο καλύτερα μπορείς τι λένε, αλλά δεν κουβαλάς τις εμπειρίες τους και τα χρόνια τους. Και δεν μπορείς να παρουσιάζεσαι σαν μέγας προφήτης.
Ο Κρίστοφερ έχει ως τελικό προορισμό την Αλάσκα. Να πάει να ζήσει στην άγρια φύση με ό,τι λιγότερο πάνω του και να ζήσει σαν άνθρωπος της φύσης. Με το βιβλιαράκι για τα φυτά και τα φρούτα να ξέρει τι τρώει και με ένα μαχαίρι, μια κυνηγετική καραμπίνα κλπ κλπ. Όμορφα όλα αυτά.
Αλλά σόρυ ρε φίλε, εδώ βόλτα στο Γκραν Κάνιον πήγα κι έκανα και αν δεν είχα διαβάσει βιβλία και σελίδες στο ιντερνετ θα 'χα φάει τρελό πακέτο. Που το έφαγα και πάλι!
Τον βλέπουμε να βρίσκει το φορτηγάκι, να το κάνει σπίτι του, να τα περνάει φίνα. Και όλοι φαντάζομαι λένε 'ααα θέλω κι εγώ' και 'τι ωραία φύση'. Ναι. Μέχρι που πεθαίνει.
Στην ταινία πεθαίνει από ασιτία γιατί έφαγε λέει κάτι δηλητηριώδη σπόρια ή φυτά ή κάτι.
Στην πραγματικότητα απλά πέθανε από ασιτία γιατί δεν μπορούσε να φύγει -νόμιζε- και δεν είχε τι να φάει. Πέθανε 30 κιλά. Φακ Μι!
Στην ταινία ΚΑΙ στην πραγματικότητα, προσπάθησε να φύγει όταν είχε αρχίσει να τρελαίνεται* μα το ποτάμι που έπρεπε να διασχίσει, όταν έλιωσαν τα χιόνια είχε γίνει απροσπέλαστο και έτσι ένιωθε εγκλωβισμένος. Μα όπως διαβάζει κανείς εύκολα στο wikipedia, το ποτάμια αυτό διαθέτει σημείο σε μικρή απόσταση όπου μπορείς να περάσεις απέναντι με μια χειροκίνητη κατασκευή.
Επίσης δεν ασχολούμαστε με την ελλειπέστατη προετοιμασία του για ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν σου λέω να πάρει snickers και beef jerky να του κρατήσουν ένα χρόνο. Αλλά ενώ σκίζεται στο να τρέχει πάνω-κάτω ένα βουνό και να κάνει κάμψεις και κοιλιακούς, δεν παίρνει ούτε μια πυξίδα;
Συγνώμη αγαπητοί φίλοι που η ταινία σας άρεσε και που νομίζατε ότι θα μου αρέσει αλλά όπως έχω ξαναπεί, δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας, το έχω σκεφτεί και εκεί έχω καταλήξει. Και ο Κρίστοφερ ΜακΚάντλς ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ. Μπορεί να μην το έκανε ηθελημένα, αλλά μέσα στην ανωριμότητα του αυτό κατάφερε.
Αυτοκτόνησε γιατί το πολύ διάβασμα χωρίς την εμπειρία δεν σε κάνει σοφό, σε κάνει αποπροσανατολισμένο.
Αυτοκτόνησε γιατί πίστεψε ότι είναι καλύτερος από όλους.
Αυτοκτόνησε γιατί κατά βάθος ήθελε η μαμά και ο μπαμπάς να τον είχαν αγκαλιάσει περισσότερο όταν ήταν παιδί.
Αυτοκτόνησε γιατί το γεγονός ότι μπορούσε να εντυπωσιάσει ανθρώπους τριπλάσιας ηλικίας από αυτόν τον έκανε να αισθάνεται ολοκληρωμένος και γεμάτος.
Αυτοκτόνησε γιατί μπέρδεψε το ταξίδι στο δρόμο με το ταξίδι στη ζωή.
Η τελευταία σκηνή της ταινίας που ο Σον Πεν επιλέγει να μας τον δείξει να τυλίγεται στον υπνόσακο ετοιμοθάνατος και να ξεψυχά βλέποντας από το παράθυρο στο φορτηγάκι τα σύννεφα και τον ήλιο και παράλληλα έχει παραισθήσεις και βλέπει να τρέχει στην αγκαλιά των γονιών του και να βλέπει το ίδιο θέαμα, μας το προφέρει με λόγια του ΜακΚαντλς που λέει 'αν χαμογέλαγα στην αγκαλιά σας τώρα, θα βλέπατε αυτό που βλέπω τώρα' και πεθαίνει.
Το βιβλίο, η ταινία, ο περισσότερος κόσμος, θέλει στον ΜακΚαντλς να δει έναν άνθρωπο που έφτυσε τον υλικό κόσμο του 20/21(πλέον) αιώνα και ανακάλυψε τη φύση, τη ζωή χωρίς όρια, χωρίς βαρίδια, χωρίς τίποτα να σε κρατά πίσω, και έφτασε σε μια ολοκλήρωση πνευματική, θρησκευτική ή μη. Είναι ωραία σκέψη. Αλλά δεν είναι κανόνας. Όλοι περνάμε δύσκολες στιγμές στη ζωή μας και ΟΛΟΙ ΟΛΟΙ ΟΛΟΙ κατά βάθος θα θέλαμε λιγότερα. Θα θέλαμε να τα καίγαμε όλα, να ζούσαμε πιο ελεύθεροι. Μα δεν το κάνουμε οι περισσότεροι όχι γιατί είμαστε θύματα και δέσμιοι του σύγχρονου τρόπου ζωής, αλλά γιατί η εξέλιξη εκεί μας έφερε. Γιατί η εξέλιξη μας έφερε εδώ που πρέπει ώστε να μην πεθαίνουμε της πείνας μετά από 100 μέρες και αφού μας έχει τελειώσει το ρύζι που αγοράσαμε!!!
Δεν είναι τυχαίο ότι η ανθρωπότητα εξελίχθηκε ώστε να μην την τρώνε τα κοράκια και οι λύκοι. Δεν είναι τυχαίο ότι εξελιχθήκαμε για να παίρνουμε φάρμακα, να μην ψάχνουμε σε βιβλία για το αν πρέπει να φάμε ένα σκατομπιζέλι. Και αν έχουμε καπιταλισμό και αν κάποιοι σκοτώνουν για τις μεγάλες επιχειρήσεις και εταιρείες και η Γουόλ Στριτ κυβερνά, δεν είναι πρόβλημα που λύνεται με το να ζήσουμε στην Αλάσκα. Είναι θέμα ανθρώπινης φύσης. Γιατί και στην Αλάσκα να πηγαίναμε όλοι, κάποιος θα σκότωνε καλύτερα τα ζώα και η ζήτηση φαγητού θα τον έκανε άπληστο και κάποιοι θα βρίσκανε πρόσβαση σε υλικά να φτιάξουν καλύτερα όπλα και θα τα πουλούσαν με κέρδος στο μυαλό τους και πάλι αιώνες μετά θα βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο.
Υπάρχουν δύο σημεία που θέλω να κρατήσω προς ανάλυση και σκέψη.
Το ταξίδι στον πλανήτη και το ταξίδι στη ζωή.
Το ταξίδι στον πλανήτη είναι κάτι μεγαλειώδες. Η Γη είναι τεράστια αλλά και μικροσκοπική. Οι αποστάσεις τόσο μεγάλες που δεν το συλλαμβάνει ο νους, μα και τόσο μικρές. Και οι διαφορές που συναντάς μέσα σε 100 χιλιόμετρα απόστασης τόσο μεγάλες που αναρωτιέσαι 'πώς στο διάολο γίνεται;'. Δεν έχει σημασία αν δεις όλες τις ηπείρους ή μόνο τη χώρα σου. Σημασία έχει να βλέπεις! Να αντιλαμβάνεσαι την κίνηση γύρω σου στη φύση, στις άλλες κουλτούρες, στους ήχους που τα συνοδεύουν όλα αυτά. Θα μπορούσα να μιλάω για όλα τα ηλιοβασιλέματα που έχω δει σε όλα τα διαφορετικά μέρη της Γης και καμία σημασία δεν θα έχει για εκείνον που έχει δει μόνο ένα αλλά το είδε με ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής του. Γιατί ακόμα και εγώ που περνάω τη ζωή μου στο δρόμο, ακόμα δεν έχω αποφασίσει αν το κάνω αποκλειστικά για να γνωρίσω/να μάθω/να αγαπήσω, ή το κάνω απλά για να ξεφύγω. Το ταξίδι στον πλανήτη είναι κάτι που δεν χαρίζεται. Είναι μια προσωπική κατάκτηση και κάτι που αλλάζει με την ηλικία μας, τις γνώσεις μας, τον καιρό, την εποχή. Όσο πιο πολύ διαρκέσει τόσο το καλύτερο. Όσο πιο μακριά πας ακόμα καλύτερα.
Το ταξίδι της ζωής μας χαρίζεται. Μας το χαρίζουν οι γονείς μας. Το ταξίδι της ζωής έχει αρχή και έχει τέλος. Η διάρκεια δεν παίζει ρόλο όμως. Γιατί στο ταξίδι της ζωής, μια μέρα αρκεί για να κάνει τη διαφορά. Όλοι θα θέλαμε πολλά. Σημασία έχει τι κάνουμε έστω για να έχουμε ένα. Πόσο αστείο φαντάζει να συγκινείσαι με την ιστορία ενός ανθρώπου που μέσα στην ανωριμότητα του, στην τρομακτική ανάγκη του να βρει την αγάπη που δεν του έδωσαν οι γονείς του όπως αυτός θα ήθελε (και ίσως άξιζε), που θέλοντας να ΜΑΘΕΙ για τη ζωή, να μην εγκλωβιστεί σε κοινωνικές νόρμες και να ζήσει για λίγο έστω ελεύθερος, περνάει τόσο καιρό σε μια διαρκή αυτοαναίρεση με αποκορύφωμα την ακούσια αυτοκτονία που ενώ θέλουν να μας πείσουν ότι ήρθε όντας σε επαφή με το Θεό και σε πλήρη εσωτερική γαλήνη, δεν μας κρύβουν ότι ήλθε με περίσσειο πόνο, φόβο και προσπάθεια ανατροπής. Και ναι, στο ταξίδι της ζωής ελάχιστοι θα αγκαλιάσουν το τέλος με κατανόηση και αποδοχή και οι περισσότεροι θα θέλαμε λίγο περισσότερο χρόνο. Μα το ταξίδι της ζωής χαρίζεται και ήδη αυτό μας φέρνει μπροστά σε μια τεράστια ευθύνη. Να μην το χαραμίσουμε.
Ένας άνθρωπος με τόσες ανησυχίες και τόση εσωτερική δύναμη να κάνει μέσα στη χαζομάρα του τόσα δύσκολα πράγματα, θα μπορούσε να είχε προσφέρει πολλά περισσότερα. Και αν δεν αρέσει να σκεφτόμαστε ότι στη ζωή είμαστε για να προσφέρουμε και στους άλλους. Τότε ας σκεφτούμε ότι αυτό το γαμημένο ηλιοβασίλεμα που ζήσαμε με προσωπικό κόπο, απλά και μόνο γιατί εμείς το κυνηγήσαμε, που το ζήσαμε σαν μια απολύτως προσωπική κατάκτηση, που το ζήσαμε γιατί θέλαμε να αποδείξουμε πάνω απ΄ όλα στον εαυτό μας και μόνο οτι ΜΠΟΡΟΥΜΕ, τότε αυτό το ηλιοβασίλεμα θα το ακολουθήσει την επόμενη μέρα κι άλλο. Κάπου άλλου. Στο ίδιο σημείο. Δεν παίζει ρόλο. Και όποιος πει ότι δεν θα 'θελε να ζήσει και άλλο ένα ηλιοβασίλεμα, τότε απλά δεν έχει θέση στο πάνθεον των εμπνευστών. Γιατί απλά είναι ένας άνθρωπος που δεν εκτιμά τη ζωή. Τη ζωή δεν την εκτιμάς όταν αποφασίζεις ότι είδες αρκετά από αυτήν και είσαι γεμάτος. Τη ζωή την εκτιμάς όταν αναγνωρίζεις την αξία του να είσαι ζωντανός.
Τέλος (πραγματικό αυτήν τη φορά), μια αναφορά στον τίτλο του post. Το into the wild δεν είναι το on the road. Το βιβλίο του Τζακ Κέρουακ μεγάλωσε μια γενιά (και όχι μόνο) στην Αμερική (και όχι μόνο) γιατί πέρα από την αξία του ταξιδιού, μας έδειξε την αξία των ανθρωπίνων σχέσεων. Και πόσα μπορούμε να διδαχθούμε από αυτές, τόσο με την καλή, όσο και με την ανάποδη. Στο on the road ο Τζακ ταξίδευε την περισσότερη ώρα μόνος του, και κατά βάθος αναζητούσε και αυτός τη δική του αλήθεια, αλλά πέρα από τις ομορφιές της αχανούς ηπείρου στην οποία ταξίδευε, γνώρισε και την αξία που έχει μια απλή, καθημερινή, γνωριμία.Ο Τζακ που ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος του ΜακΚάντλς όταν ξεκίνησε το δικό του πρώτο ταξίδι, δεν κώλωσε ούτε στιγμή μπροστά στις ασχήμιες της Αμερικής που γνώρισε. Δεν κώλωσε ούτε στιγμή μπροστά στις μαλακίες που του έτυχαν και αντί να χαθεί εκεί έξω, έμαθε, άκουσε, μύρισε και γεύθηκε τη ζωή και προσέφερε.
Αυτά.
ΥΓ. Η ταινία σαν ταινία δεν είναι καθόλου κακή. Είναι πολύ ευχάριστη.
ΥΓ2. Μάθαμε ότι και η Κρίστιν Στιούαρτ ήταν όμορφη πριν την πάρουν στο Twilight και τη μεταμορφώσουν σε κινούμενο τζάνκι.
ΥΓ3. Το ότι η Αμερική είναι πανέμορφη το ξέραμε. Δεν χρειάζεται να ζεις μες στη μπίχλα και να τρως ρίζες και σκιουράκια για να το ανακαλύψεις.
Γνώριζα πρόχειρα την ιστορία, κάποιος νεαρός Αμερικάνος ταξιδεύει μόνος στην Αμερική.
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ. Για όσους δεν έχουν δει την ταινία και θα ήθελαν, γίνεται πλήρης αποκάλυψη του τέλους και της ιστορίας στη συνέχεια. ΚΛΕΙΝΕΙ Η ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ
Σε μια κρίση 'κατηγορώ' όπως συνηθίζει, η φίλη μου η Ιωάννα αποκάλυψε πριν δω την ταινία το τέλος με την εξής φράση 'έλα μωρέ με το βλάκα που πέθανε από ασιτία'. Χουμ......Νομίζω μετά το 'είναι νεκρός' για την 6η αίσθηση, όλα τα άλλα είναι απλά δευτεράντζες.
Τέλος πάντων...ξέραμε ότι το παλικάρι -σικ- θα πεθάνει στο τέλος. Δεν πειράζει, η ταινία υποτίθεται είναι φοβερή, ταξίδι, δρόμος, φύση, τέλεια.
Στα δεκαπέντε λεπτά ήδη είχα αρχίσει να μη συμπαθώ τον χαρακτήρα. Η ιστορία έχει ως εξής. Η πραγματική. Ο Κρίστοφερ ΜακΚάντλς την κάνει μετά την αποφοίτηση από το Κολέγιο. Σκίζει ταυτότητες και πιστωτικές κάρτες, χαρίζει τα λεφτά του και αφήνει το διαμέρισμα του. Σκοπός του να χαθεί εκεί έξω. Να μην το βρει κανείς, να αλλάξει το όνομα του (σε Άλεξ Σούπερτραμπ) και να βρει την αλήθεια του.
Θεωρώντας ότι η ταινία (σκηνοθεσία Σον Πεν) ακολουθεί πιστά το βιβλίο που γράφτηκε για τον ΜακΚάντλς (το οποίο και ακολουθεί πιστά τη ζωή του) δεχόμαστε τα εξής. Ο ΜακΚαντλς μεγάλωσε σε μια οικογένεια με προβλήματα (υπάρχει κι άλλη;). Ο μπαμπάς και η μαμά δεν αγαπιόντουσαν. Ο μπαμπάς νόμιζε ότι είναι ο θεός, χτύπαγε τη μαμά. Η μαμά δεν έλεγε όχι. Και ο Κρίστοφερ είχε μια μικρότερη αδερφή που αγαπούσε, και εκείνη τον αγαπούσε, και μαζί υπέμεναν το οικογενειακό αυτό δράμα.
Σίγουρα η οικογενειακή βία δεν είναι καθόλου μα καθόλου κάτι που εύκολα ξεπερνάς μεγαλώνοντας. Σίγουρα μια οικογένεια πέραν του δέοντως δυσλειτουργική δεν αποτελεί το καλύτερο εφαλτήριο για μια σοβαρή ζωή με σωστές και ώριμες αποφάσεις. Μα όμως εδώ η ταινία, το βιβλίο, ο ίδιος ο ΜακΚάντλς παρουσιάζονται ως 'η εικόνα του σωστού'.
Ο κόσμος είδε την ταινία και όσοι με προέτρεψαν να δω την ταινία το έκαναν για ένα λόγο. Ρομαντισμός. Μαζί σας. Γουστάρω το ρομαντισμό. Μα ποιο ρομαντισμό επικαλείστε όταν ένας νέος που υποτίθεται έχει όλα τα φόντα να πιάσει τη ζωή από τα αρχίδια, που μπορεί και αποστηθίζει Θορό και Λόντον και Τολστόι (τελικά αυτό μάλλον ελάττωμα πρέπει να 'ναι), ουσιαστικά ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ; Ποιος ρομαντισμός υπάρχει όταν η αδερφή του που ουδέποτε μας δίνεται η εντύπωση ότι δεν τον αγαπάει και αυτός δεν την αγαπάει, πεθαίνει από αγωνία μην ξέροντας που είναι και τι κάνει; Γιατί να θεωρήσω μεγαλοσύνη της ψυχής τη σκηνή όπου είναι έτοιμος να την πάρει τηλέφωνο και αντ αυτού δίνει το κέρμα στο γέρο στο διπλανό τηλέφωνο που από ό,τι καταλαβαίνουμε, προσπαθεί κι αυτός να λύσει κάποιο πρόβλημα. Είναι περίεργο που η βοήθεια προς έναν άγνωστο -αμφίβολης αξίας βοήθεια, αμφίβολο το πρόβλημα- θεωρείται πιο 'αααα τι καλό' από την αγάπη προς την οικογένεια.
Και ο Κρίστοφερ κυκλοφορεί στην Αμερική, χωρίς λεφτά στην αρχή (καίει και τα λίγα του δολάρια), χωρίς αμάξι, με βρώμικα ρούχα και ένα σακίδιο και αχτένιστος, αξύριστος...
Και όλο διαβάζουμε πράγματα που έγραφε και τον παρακολουθούμε σε συζητήσεις να εκφράζεται τόσο δυναμικά για το ότι ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη τίποτα, δεν έχει ανάγκη λεφτά, δεν έχει ανάγκη την αγάπη, τίποτα, παρά μόνο την αλήθεια. Ναι μεγάλε, ο Θορό ήξερε τι έλεγε. Το πως θα το καταλάβει ο καθένας είναι άλλο θέμα.
Η αλήθεια είναι και για μένα το Α και το Ω. Η αλήθεια φανερώνει την αξία της αγάπης. Η αλήθεια φανερώνει τη δύναμη του χρήματος. Η αλήθεια φανερώνει τα πάντα. Και όσο δύσκολη κι αν είναι η αλήθεια, όσο δύσκολη κι αν είναι η κατάκτησή της, πρέπει να την κυνηγήσεις. ΜΑ. Υπάρχει ένα ΜΑ. Δεν γίνεται να βρεις την αλήθεια χωρίς την εμπειρία της ζωής. Ο Κρίστοφερ είναι ένα 23χρονο παιδί, δεν έχει δουλέψει μέρα στη ζωή του, είχε μια οικογένεια που ναι ο μπαμπάς ήταν δυνάστης και η μαμά πρόβατο, αλλά δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα, και όπως λέει ο χαρακτήρας της Κριστίν Κίνερ όταν τον γνωρίζει "Συγνώμη αγόρι μου αλλά δεν φαίνεσαι να είσαι από οικογένεια που σου στέρησε την αγάπη" και φυσικά, μπορεί να μην είχε την αγάπη που είχες εσύ ή εγώ, αλλά σίγουρα είχε αγάπη. Γιατί χωρίς αγάπη θα ήταν τζάνκι, ή στη φυλακή ή μπάσταρδος στη Γουόλ Στριτ.
Και εντάξει, επιλογή του καθενός να αφήσει την οικογένεια πίσω του, και να θεωρεί το πρόβλημα του όπως θέλει, μεγάλο, μικρό, τεράστιο, ασήμαντο, αξεπέραστο. Whatever floats your boat που λέει και μια ψυχή.
Μα εδώ ο κόσμος που ερωτεύεται την ταινία και θεωρεί ότι βλέπει κάτι τόσο σπουδαίο (σαν τις ατάκες του Κοέλιο), ερωτεύεται με ξένα κόλυβα. Γιατί είναι μαγκιά να κρατάς ό,τι θες και σε συμφέρει. (ή μήπως βλακεία;)
Ο Κρίστοφερ ΜακΚαντλς στο ταξίδι του αυτό κάνει αρκετές δουλειές εδώ κι εκεί. Χα. Τελικά το χρήμα το χρειαζόμαστε. Και αν τελικά δεν τον κατηγορήσουμε που αναγκάστηκε να δουλέψει στη Ντακότα στις φάρμες και στα Burger King, δεν μπορούμε να μην χλευάσουμε τη σκηνή στην αρχή του ταξιδιού που καίει τα τελευταία δολάρια που είχε. Μια σκηνή που ο Πεν μας παρουσιάζει με όμορφα πλάνα για να την τονίσει. ΡΕεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε μας βλέπουνε. Πόσο ακυρώνει η μία κατάσταση την άλλη....
Και η επαφή που έχει καθόλη την πορεία του με άλλους ανθρώπους, ενώ προσπαθεί ο δημιουργός να μας πείσει ότι ο Κρίστοφερ προσφέρει, τελικά μόνο του προσφέρεται. Παίρνει από όλους αγάπη, προσοχή, ενδιαφέρον, υλικά αγαθά (που δεν τον χαλάνε όταν και μόνο όταν βοηθούν την αναζήτηση της αλήθειας του) και τους αφήνει όλους πίσω του στεναχωρημένους γιατί ναι, καλό παιδί είναι κατά βάθος, διαβασμένο και γενναιόδωρο, αλλά ανώριμο.
Στα 23 σου δεν μπορείς να μιλάς σαν τον Θορό και τον Λόντον. Μπορείς να τους αποστηθίζεις, να καταλαβαίνεις όσο καλύτερα μπορείς τι λένε, αλλά δεν κουβαλάς τις εμπειρίες τους και τα χρόνια τους. Και δεν μπορείς να παρουσιάζεσαι σαν μέγας προφήτης.
Ο Κρίστοφερ έχει ως τελικό προορισμό την Αλάσκα. Να πάει να ζήσει στην άγρια φύση με ό,τι λιγότερο πάνω του και να ζήσει σαν άνθρωπος της φύσης. Με το βιβλιαράκι για τα φυτά και τα φρούτα να ξέρει τι τρώει και με ένα μαχαίρι, μια κυνηγετική καραμπίνα κλπ κλπ. Όμορφα όλα αυτά.
Αλλά σόρυ ρε φίλε, εδώ βόλτα στο Γκραν Κάνιον πήγα κι έκανα και αν δεν είχα διαβάσει βιβλία και σελίδες στο ιντερνετ θα 'χα φάει τρελό πακέτο. Που το έφαγα και πάλι!
Τον βλέπουμε να βρίσκει το φορτηγάκι, να το κάνει σπίτι του, να τα περνάει φίνα. Και όλοι φαντάζομαι λένε 'ααα θέλω κι εγώ' και 'τι ωραία φύση'. Ναι. Μέχρι που πεθαίνει.
Στην ταινία πεθαίνει από ασιτία γιατί έφαγε λέει κάτι δηλητηριώδη σπόρια ή φυτά ή κάτι.
Στην πραγματικότητα απλά πέθανε από ασιτία γιατί δεν μπορούσε να φύγει -νόμιζε- και δεν είχε τι να φάει. Πέθανε 30 κιλά. Φακ Μι!
Στην ταινία ΚΑΙ στην πραγματικότητα, προσπάθησε να φύγει όταν είχε αρχίσει να τρελαίνεται* μα το ποτάμι που έπρεπε να διασχίσει, όταν έλιωσαν τα χιόνια είχε γίνει απροσπέλαστο και έτσι ένιωθε εγκλωβισμένος. Μα όπως διαβάζει κανείς εύκολα στο wikipedia, το ποτάμια αυτό διαθέτει σημείο σε μικρή απόσταση όπου μπορείς να περάσεις απέναντι με μια χειροκίνητη κατασκευή.
Επίσης δεν ασχολούμαστε με την ελλειπέστατη προετοιμασία του για ένα τέτοιο εγχείρημα. Δεν σου λέω να πάρει snickers και beef jerky να του κρατήσουν ένα χρόνο. Αλλά ενώ σκίζεται στο να τρέχει πάνω-κάτω ένα βουνό και να κάνει κάμψεις και κοιλιακούς, δεν παίρνει ούτε μια πυξίδα;
Συγνώμη αγαπητοί φίλοι που η ταινία σας άρεσε και που νομίζατε ότι θα μου αρέσει αλλά όπως έχω ξαναπεί, δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας, το έχω σκεφτεί και εκεί έχω καταλήξει. Και ο Κρίστοφερ ΜακΚάντλς ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ. Μπορεί να μην το έκανε ηθελημένα, αλλά μέσα στην ανωριμότητα του αυτό κατάφερε.
Αυτοκτόνησε γιατί το πολύ διάβασμα χωρίς την εμπειρία δεν σε κάνει σοφό, σε κάνει αποπροσανατολισμένο.
Αυτοκτόνησε γιατί πίστεψε ότι είναι καλύτερος από όλους.
Αυτοκτόνησε γιατί κατά βάθος ήθελε η μαμά και ο μπαμπάς να τον είχαν αγκαλιάσει περισσότερο όταν ήταν παιδί.
Αυτοκτόνησε γιατί το γεγονός ότι μπορούσε να εντυπωσιάσει ανθρώπους τριπλάσιας ηλικίας από αυτόν τον έκανε να αισθάνεται ολοκληρωμένος και γεμάτος.
Αυτοκτόνησε γιατί μπέρδεψε το ταξίδι στο δρόμο με το ταξίδι στη ζωή.
Η τελευταία σκηνή της ταινίας που ο Σον Πεν επιλέγει να μας τον δείξει να τυλίγεται στον υπνόσακο ετοιμοθάνατος και να ξεψυχά βλέποντας από το παράθυρο στο φορτηγάκι τα σύννεφα και τον ήλιο και παράλληλα έχει παραισθήσεις και βλέπει να τρέχει στην αγκαλιά των γονιών του και να βλέπει το ίδιο θέαμα, μας το προφέρει με λόγια του ΜακΚαντλς που λέει 'αν χαμογέλαγα στην αγκαλιά σας τώρα, θα βλέπατε αυτό που βλέπω τώρα' και πεθαίνει.
Το βιβλίο, η ταινία, ο περισσότερος κόσμος, θέλει στον ΜακΚαντλς να δει έναν άνθρωπο που έφτυσε τον υλικό κόσμο του 20/21(πλέον) αιώνα και ανακάλυψε τη φύση, τη ζωή χωρίς όρια, χωρίς βαρίδια, χωρίς τίποτα να σε κρατά πίσω, και έφτασε σε μια ολοκλήρωση πνευματική, θρησκευτική ή μη. Είναι ωραία σκέψη. Αλλά δεν είναι κανόνας. Όλοι περνάμε δύσκολες στιγμές στη ζωή μας και ΟΛΟΙ ΟΛΟΙ ΟΛΟΙ κατά βάθος θα θέλαμε λιγότερα. Θα θέλαμε να τα καίγαμε όλα, να ζούσαμε πιο ελεύθεροι. Μα δεν το κάνουμε οι περισσότεροι όχι γιατί είμαστε θύματα και δέσμιοι του σύγχρονου τρόπου ζωής, αλλά γιατί η εξέλιξη εκεί μας έφερε. Γιατί η εξέλιξη μας έφερε εδώ που πρέπει ώστε να μην πεθαίνουμε της πείνας μετά από 100 μέρες και αφού μας έχει τελειώσει το ρύζι που αγοράσαμε!!!
Δεν είναι τυχαίο ότι η ανθρωπότητα εξελίχθηκε ώστε να μην την τρώνε τα κοράκια και οι λύκοι. Δεν είναι τυχαίο ότι εξελιχθήκαμε για να παίρνουμε φάρμακα, να μην ψάχνουμε σε βιβλία για το αν πρέπει να φάμε ένα σκατομπιζέλι. Και αν έχουμε καπιταλισμό και αν κάποιοι σκοτώνουν για τις μεγάλες επιχειρήσεις και εταιρείες και η Γουόλ Στριτ κυβερνά, δεν είναι πρόβλημα που λύνεται με το να ζήσουμε στην Αλάσκα. Είναι θέμα ανθρώπινης φύσης. Γιατί και στην Αλάσκα να πηγαίναμε όλοι, κάποιος θα σκότωνε καλύτερα τα ζώα και η ζήτηση φαγητού θα τον έκανε άπληστο και κάποιοι θα βρίσκανε πρόσβαση σε υλικά να φτιάξουν καλύτερα όπλα και θα τα πουλούσαν με κέρδος στο μυαλό τους και πάλι αιώνες μετά θα βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο.
Υπάρχουν δύο σημεία που θέλω να κρατήσω προς ανάλυση και σκέψη.
Το ταξίδι στον πλανήτη και το ταξίδι στη ζωή.
Το ταξίδι στον πλανήτη είναι κάτι μεγαλειώδες. Η Γη είναι τεράστια αλλά και μικροσκοπική. Οι αποστάσεις τόσο μεγάλες που δεν το συλλαμβάνει ο νους, μα και τόσο μικρές. Και οι διαφορές που συναντάς μέσα σε 100 χιλιόμετρα απόστασης τόσο μεγάλες που αναρωτιέσαι 'πώς στο διάολο γίνεται;'. Δεν έχει σημασία αν δεις όλες τις ηπείρους ή μόνο τη χώρα σου. Σημασία έχει να βλέπεις! Να αντιλαμβάνεσαι την κίνηση γύρω σου στη φύση, στις άλλες κουλτούρες, στους ήχους που τα συνοδεύουν όλα αυτά. Θα μπορούσα να μιλάω για όλα τα ηλιοβασιλέματα που έχω δει σε όλα τα διαφορετικά μέρη της Γης και καμία σημασία δεν θα έχει για εκείνον που έχει δει μόνο ένα αλλά το είδε με ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής του. Γιατί ακόμα και εγώ που περνάω τη ζωή μου στο δρόμο, ακόμα δεν έχω αποφασίσει αν το κάνω αποκλειστικά για να γνωρίσω/να μάθω/να αγαπήσω, ή το κάνω απλά για να ξεφύγω. Το ταξίδι στον πλανήτη είναι κάτι που δεν χαρίζεται. Είναι μια προσωπική κατάκτηση και κάτι που αλλάζει με την ηλικία μας, τις γνώσεις μας, τον καιρό, την εποχή. Όσο πιο πολύ διαρκέσει τόσο το καλύτερο. Όσο πιο μακριά πας ακόμα καλύτερα.
Το ταξίδι της ζωής μας χαρίζεται. Μας το χαρίζουν οι γονείς μας. Το ταξίδι της ζωής έχει αρχή και έχει τέλος. Η διάρκεια δεν παίζει ρόλο όμως. Γιατί στο ταξίδι της ζωής, μια μέρα αρκεί για να κάνει τη διαφορά. Όλοι θα θέλαμε πολλά. Σημασία έχει τι κάνουμε έστω για να έχουμε ένα. Πόσο αστείο φαντάζει να συγκινείσαι με την ιστορία ενός ανθρώπου που μέσα στην ανωριμότητα του, στην τρομακτική ανάγκη του να βρει την αγάπη που δεν του έδωσαν οι γονείς του όπως αυτός θα ήθελε (και ίσως άξιζε), που θέλοντας να ΜΑΘΕΙ για τη ζωή, να μην εγκλωβιστεί σε κοινωνικές νόρμες και να ζήσει για λίγο έστω ελεύθερος, περνάει τόσο καιρό σε μια διαρκή αυτοαναίρεση με αποκορύφωμα την ακούσια αυτοκτονία που ενώ θέλουν να μας πείσουν ότι ήρθε όντας σε επαφή με το Θεό και σε πλήρη εσωτερική γαλήνη, δεν μας κρύβουν ότι ήλθε με περίσσειο πόνο, φόβο και προσπάθεια ανατροπής. Και ναι, στο ταξίδι της ζωής ελάχιστοι θα αγκαλιάσουν το τέλος με κατανόηση και αποδοχή και οι περισσότεροι θα θέλαμε λίγο περισσότερο χρόνο. Μα το ταξίδι της ζωής χαρίζεται και ήδη αυτό μας φέρνει μπροστά σε μια τεράστια ευθύνη. Να μην το χαραμίσουμε.
Ένας άνθρωπος με τόσες ανησυχίες και τόση εσωτερική δύναμη να κάνει μέσα στη χαζομάρα του τόσα δύσκολα πράγματα, θα μπορούσε να είχε προσφέρει πολλά περισσότερα. Και αν δεν αρέσει να σκεφτόμαστε ότι στη ζωή είμαστε για να προσφέρουμε και στους άλλους. Τότε ας σκεφτούμε ότι αυτό το γαμημένο ηλιοβασίλεμα που ζήσαμε με προσωπικό κόπο, απλά και μόνο γιατί εμείς το κυνηγήσαμε, που το ζήσαμε σαν μια απολύτως προσωπική κατάκτηση, που το ζήσαμε γιατί θέλαμε να αποδείξουμε πάνω απ΄ όλα στον εαυτό μας και μόνο οτι ΜΠΟΡΟΥΜΕ, τότε αυτό το ηλιοβασίλεμα θα το ακολουθήσει την επόμενη μέρα κι άλλο. Κάπου άλλου. Στο ίδιο σημείο. Δεν παίζει ρόλο. Και όποιος πει ότι δεν θα 'θελε να ζήσει και άλλο ένα ηλιοβασίλεμα, τότε απλά δεν έχει θέση στο πάνθεον των εμπνευστών. Γιατί απλά είναι ένας άνθρωπος που δεν εκτιμά τη ζωή. Τη ζωή δεν την εκτιμάς όταν αποφασίζεις ότι είδες αρκετά από αυτήν και είσαι γεμάτος. Τη ζωή την εκτιμάς όταν αναγνωρίζεις την αξία του να είσαι ζωντανός.
Τέλος (πραγματικό αυτήν τη φορά), μια αναφορά στον τίτλο του post. Το into the wild δεν είναι το on the road. Το βιβλίο του Τζακ Κέρουακ μεγάλωσε μια γενιά (και όχι μόνο) στην Αμερική (και όχι μόνο) γιατί πέρα από την αξία του ταξιδιού, μας έδειξε την αξία των ανθρωπίνων σχέσεων. Και πόσα μπορούμε να διδαχθούμε από αυτές, τόσο με την καλή, όσο και με την ανάποδη. Στο on the road ο Τζακ ταξίδευε την περισσότερη ώρα μόνος του, και κατά βάθος αναζητούσε και αυτός τη δική του αλήθεια, αλλά πέρα από τις ομορφιές της αχανούς ηπείρου στην οποία ταξίδευε, γνώρισε και την αξία που έχει μια απλή, καθημερινή, γνωριμία.Ο Τζακ που ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος του ΜακΚάντλς όταν ξεκίνησε το δικό του πρώτο ταξίδι, δεν κώλωσε ούτε στιγμή μπροστά στις ασχήμιες της Αμερικής που γνώρισε. Δεν κώλωσε ούτε στιγμή μπροστά στις μαλακίες που του έτυχαν και αντί να χαθεί εκεί έξω, έμαθε, άκουσε, μύρισε και γεύθηκε τη ζωή και προσέφερε.
Αυτά.
ΥΓ. Η ταινία σαν ταινία δεν είναι καθόλου κακή. Είναι πολύ ευχάριστη.
ΥΓ2. Μάθαμε ότι και η Κρίστιν Στιούαρτ ήταν όμορφη πριν την πάρουν στο Twilight και τη μεταμορφώσουν σε κινούμενο τζάνκι.
ΥΓ3. Το ότι η Αμερική είναι πανέμορφη το ξέραμε. Δεν χρειάζεται να ζεις μες στη μπίχλα και να τρως ρίζες και σκιουράκια για να το ανακαλύψεις.
Σκληρή κριτική. Το into the wild αξίζει, κατά τη γνώμη μου για τρία πράγματα: α. για τη μουσική του β. για τα τοπία του, που εσύ μπορεί να χεις δει, αλλά άλλοι όχι και γ. για την τελευταία φράση του (happinness..), που επικυρώνει εν μέρει την κριτική σου, αναγνωρίζοντας τελικά, με τον πιο τραγικό τρόπο, ότι η ζωή έχει αξία μόνο αν τη μοιράζεσαι, διαφορετικά συνιστά αυτοκτονία. Αυτά απλά. Όσο για τη σύγκριση με το On The Road από πού σου προέκυψε my dear??
ReplyDelete-Εγώ δεν συγκρίνω τον εαυτό μου με άλλους στο συγκεκριμένο κείμενο. Εσύ γιατί με βάζεις να το κάνω; Δεν είπα ότι δεν αξίζουν τα τοπία. Αλλά σίγουρα μια ταινία που αποπροσανατολίζει (προσωπική άποψη) το θεατή, δεν θα ήθελα να την προτείνω για τα τοπία όταν υπάρχουν απείρως καλύτερα ντοκιμαντέρ να δεις τα τοπία.
ReplyDelete-Η σύγκριση με το on the road όντως ΜΟΥ ηρθε, δεν νομίζω να κατάλαβες ότι θεώρησα τη σύγκριση αυτή να έρχεται από την ταινία ή κάποιον τρίτο. Και τη σύγκριση αυτή την έκανα ΕΓΩ γιατί θεώρησα ότι η ταινία προσπαθεί να σε πείσει για την αξία του 'εκεί έξω, μόνος μου και η χώρα' με τελείως άλλο τρόπο (και λάθος) σε σχέση με το βιβλίο του Κέρουακ που αγγίζει το ίδιο θέμα. Έτσι ΜΟΥ ήρθε.
-Η μουσική είναι όντως ωραία του έντι βέντερ.
And happiness takes one "n".
ReplyDelete1/ Δεν βρίσκω την ταινία τόσο αποπροσανατολιστική εκτός κι αν είσαι 15χρονο.
ReplyDelete2/ Στο on the road δεν ήταν μόνος του. Η σχέση του με τον Ντην (αν θυμάμαι καλά το όνομα) ήταν κυρίαρχη, γι αυτό κ μου κάνει εντύπωση πώς τα συγκρίνεις.
3/ Σ ευχαριστώ ακόμα μια φορά που με διορθώνεις ;)
1. τότε απορώ γιατί νόμιζες ότι θα μου αρέσει, μάλλον γιατί με θεωρείς 15χρονο ;p
ReplyDelete2. μόνος του ήταν, ακόμα και όταν ταξίδευε με άλλους (και δεν αναφέρομαι σε αγνώστους, αλλά στους ήδη φίλους του και τον Ντην) ήταν κυρίαρχο οπως λες και εσύ το αίσθημα της αναζήτησης του που ανήκει, της Αμερικής ΤΟΥ.
3. στη φράση 'μου κάνει εντύπωση πως τα συγκρίνεις' το πως δεν είναι ερωτηματικό